Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Εμανουέλ Μακρόν: Χαμαιλέοντες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Τ​​ελικά, είμαστε όλοι μακρονιστές – από τον Τραμπ μέχρι τον Καμμένο και από τη Μέι μέχρι τη Γεννηματά. Μέχρι όμως πριν από ένα μήνα, η ατζέντα με την οποία ο Εμανουέλ Μακρόν κατάφερε να γίνει ο νεότερος πρόεδρος στην ιστορία της Γαλλικής Δημοκρατίας πήγαινε τόσο κόντρα στον συρμό, που φαινόταν να ισοδυναμεί με εκλογική αυτοκτονία.

Ολα ήταν κόντρα: Η ταύτιση με την ολοένα και λιγότερο δημοφιλή Ευρώπη, η απερίφραστη υποστήριξη φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, η νηφάλια στάση απέναντι στις εθνικές φοβίες και στον ηθικό πανικό για τη μετανάστευση. Κι ωστόσο, με αυτή την ατζέντα ένας υποψήφιος προερχόμενος από το σύστημα –με προϋπηρεσία στην αγορά και στην κυβέρνηση– κατάφερε όχι μόνο να νικήσει την Ακροδεξιά, αλλά και να εξωθήσει στο εκλογικό περιθώριο τα συστημικά κόμματα.

Πώς το πέτυχε; Η λιγότερο γενναιόδωρη απάντηση λέει ότι, αν δεν υπήρχε το φόβητρο της Λεπέν, το πρόγραμμα του Μακρόν δεν υπήρχε περίπτωση να επικρατήσει. Στον πρώτο γύρο, άλλωστε, το επέλεξε μόλις το 24% των ψηφοφόρων. Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, η έκβαση της αναμέτρησης στη Γαλλία μοιάζει να επιβεβαιώνει την ιδέα ότι, για να κερδίσει κανείς εκλογές, δεν χρειάζεται να ενδώσει στην επιρροή των λαϊκιστών – όπως, ας πούμε, ενδίδουν τα δύο μεγάλα κόμματα στη Μεγάλη Βρετανία.

Είναι ένα προηγούμενο με παιδαγωγική αξία για τα ελληνικά πράγματα. Εδώ, φορείς του παλαιού κομματικού συστήματος εξακολουθούν να είναι επιρρεπείς στη μαγεία του αντιπάλου τους. Ο μιμητικός ανταγωνισμός είναι περισσότερο έκδηλος στη μεγαλύτερη συνιστώσα της Κεντροαριστεράς –που πλασάρεται σαν ΣΥΡΙΖΑ με χαμηλά λιπαρά–, ενώ ταυτόχρονα μαγνητίζει και ορισμένους πυρήνες της λαϊκής Δεξιάς.

Το επίτευγμα του Μακρόν, πάντως, διαβάζεται ως έμπρακτη ενθάρρυνση προς τον Μητσοτάκη να επιμείνει –και να εμβαθύνει– στη γραμμή αντιπαράθεσης με τον λαϊκισμό. Μόνο που ο αντίπαλος δεν είναι ίδιος. Ο λεπενικός λαϊκισμός δεν έχει κυβερνήσει. Οταν θα έρθει η ώρα της αναμέτρησης στην Ελλάδα, ο αντίπαλος του Μητσοτάκη θα είναι, πιθανότατα, η μακροβιότερη μνημονιακή κυβέρνηση.

Αυτό καθιστά μεν τον ελληνικό λαϊκισμό περισσότερο ευάλωτο – ήδη φθαρμένο και εξασθενημένο από το βάρος της διάψευσής του. Τον καθιστά, όμως, και περισσότερο ευέλικτο. Οχι μόνο επειδή έχει προλάβει να αναπτύξει εξουσιαστικό πλεονέκτημα – με διοικητικά, μιντιακά και παραθεσμικά ερείσματα. Αλλά επειδή έχει ταυτόχρονα καλλιεργήσει έναν πολιτικό χαμαιλεοντισμό, που του επιτρέπει να εμφανίζεται πότε αντιευρωπαϊκός και πότε «ανοιχτόμυαλος» απέναντι στη Μέρκελ, πότε σοσιαλίζων και πότε θιασώτης των επενδύσεων. Αυτό που, μετά τον Μακρόν, αναγνωρίζεται ως «ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή μεταξύ λαϊκισμού και λογικής», στην ελληνική περίπτωση νοθεύεται από την πρωτεϊκή φύση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Η Λεπέν ίσως ήταν ευκολότερος αντίπαλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ