GOOD LIFE

O Όλιβερ, ο Μπιλ και η Μπιορκ

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Ο Όλιβερ Σακς σε μία από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Μπιλ Χέις που συνοδεύουν την «Ξάγρυπνη πόλη».

Στις 4 Ιανουαρίου του 2011, ο Μπιλ Χέις ρωτάει: «Τι επιθυμείς, Όλιβερ;». Και η απάντηση: «Επιθυμώ μια ροή καλών σκέψεων και λόγων για όσο καιρό είμαι ζωντανός...». Ο Όλιβερ Σακς, αυτός ο σημαντικός Βρετανός νευρολόγος και κορυφαίος «κλινικός» συγγραφέας, είχε διαγνωστεί από το 2006 με μια μορφή μελανώματος στο μάτι, αλλά έζησε μέχρι το 2015, όταν λύγισε από τις πολλαπλές μεταστάσεις στο συκώτι. Ο Χέις, σύντροφος του Σακς τα τελευταία χρόνια της ζωής του, κατέγραψε τον καιρό που έζησαν μαζί στη Νέα Υόρκη στο βιβλίο του «Η ξάγρυπνη πόλη» (εκδ. Ροπή). Από εκεί αντιγράφουμε και μία από τις τελευταίες φράσεις του Σακς, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του: «Το πιο σημαντικό που μπορούμε να κάνουμε είναι να γράφουμε –έξυπνα, δημιουργικά, με κριτικό πνεύμα, με παραστατικότητα– για το πώς είναι να ζεις σε αυτόν τον κόσμο, στον κόσμο μας, αυτή την εποχή».

Το βιβλίο του Χέις αποτελείται από ένα άθροισμα περιστατικών από τη στιγμή που μετακόμισε στην «ξάγρυπνη πόλη», τη Νέα Υόρκη, από τη στιγμή που άρχισε να γνωρίζει τους ανθρώπους της και να μαθαίνει τους ρυθμούς της, από τη στιγμή που ο Όλιβερ Σακς μπήκε στη ζωή του. Από τα χαϊλάιτ της αφήγησής του είναι το ταξίδι των δύο αντρών στο Ρέικιαβικ για ένα δείπνο στο σπίτι της Μπιορκ, η οποία τους υποδέχτηκε με «τα μαλλιά της χτενισμένα ψηλά, στερεωμένα με μια φουρκέτα με μπλε φτερά». Η Ισλανδή μουσικός είχε εμπνευστεί το όνομα του δίσκου της «Biophilia» από το βιβλίο του Σακς «Musicophilia» («Μουσικοφιλία», εκδ. Άγρα). Θαύμαζε τον Σακς, ενώ αυτός επί της ουσίας αγνοούσε τη μουσική της. Ο Χέις τού είχε κάνει εντατικά μαθήματα πριν από την επίσκεψή τους. 

Τρυφερό, μελαγχολικό, αλλά συγχρόνως με έναν παράδοξο αισιόδοξο τόνο, το βιβλίο του Χέις έρχεται να συμπληρώσει την εξαιρετική αυτοβιογραφία του Σακς «Εν κινήσει» (εκδ. Ροπή).  

Η ιστορία των «ξυπνημάτων»  

Ο Σακς έγινε διάσημος για τον τρόπο που παρουσίασε τα περιστατικά των ασθενών του, γράφοντας για τον ανθρώπινο εγκέφαλο και τις συχνά ακατανόητες λειτουργίες του με έναν τρόπο απόλυτα κατανοητό για τον μέσο αναγνώστη. Το γνωστότερο βιβλίο του, τα «Ξυπνήματα» (εκδ. Καστανιώτη) βασίστηκε στην παρατήρηση μιας ομάδας ασθενών σε μια κλινική στο Μπρονξ, οι οποίοι είχαν προσβληθεί από ληθαργική εγκεφαλίτιδα. Στο βιβλίο περιγράφει τη συγκλονιστική πορεία του «ξυπνήματός» τους έπειτα από δεκαετίες. Η ιστορία έγινε γνωστή και μέσω της μεταφοράς της στο σινεμά: στην ομώνυμη ταινία της Πένι Μάρσαλ (1990) ο Ρόμπιν Γουίλιαμς υποδύεται τον Σακς (αν και με άλλο όνομα), ενώ στον ρόλο ενός εκ των ασθενών που «ξυπνούν» συναντάμε τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Η ταινία, εμβληματική για τη δεκαετία του ’90, υπήρξε υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ταινίας, διασκευασμένου σεναρίου και Α' ανδρικού για τον Ντε Νίρο. 

Το πεπρωμένο και το καπέλο

Ένα άλλο πολυδιαβασμένο βιβλίο του Σακς είναι το περίφημο «Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο» (εκδ. Άγρα), που αποτελείται από ιστορίες ασθενών με σπάνιες νευρολογικές διαταραχές. Στην πρώτη, στην οποία αναφέρεται ο τίτλος της συλλογής, ο Σακς μιλάει για έναν άνθρωπο, τον δρα Π., ο οποίος έκανε ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: «Άπλωσε το χέρι του και, πιάνοντας το κεφάλι της γυναίκας του, προσπάθησε να το ανασηκώσει και να το φορέσει. Ήταν φανερό ότι είχε μπερδέψει τη γυναίκα του με το καπέλο του! Η γυναίκα του έδειξε σαν να ήταν συνηθισμένη σε τέτοια πράγματα». Ο δρ Π. έπασχε από προσωπαγνωσία, μια πάθηση που δεν του επέτρεπε να αναγνωρίζει τα πρόσωπα με τα οποία συναναστρεφόταν. Κατά σύμπτωση, πολλά χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Σακς άρχισε να υποφέρει από την ίδια πάθηση.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ