ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Εγώ τι γυρεύω εδώ;

Παναγιώτης Μένεγος

Τα όνειρα είναι συνήθως αλλοπρόσαλλα. Καμιά φορά, και η παρέα του πρωινού καφέ επίσης. Καμιά φορά, και η γεύση του. Από μια ηλικία και μετά, όλα αυτά αναμενόμενα όταν πέφτεις στο κρεβάτι μετά το κυριακάτικο ξημέρωμα. (Από μια ηλικία και πριν, το μόνο που εφήμερα σε προβληματίζει είναι οι άνθρωποι στις στάσεις που περιμένουν το λεωφορείο να πάνε στις δουλειές τους.) Το ξύπνημα νωχελικό κι αργόσυρτο. Το πρωινό, ένα τρένο που χάθηκε ανεπιστρεπτί. Το τηλέφωνο στους γονείς ότι δεν θα παρευρεθείς στο οικογενειακό τραπέζι, αναπόφευκτο. Το αίμα σου, άλλωστε, είναι αντικείμενο έρευνας για το χημείο του κράτους και όχι για κάποιο μικροβιολογικό εργαστήριο. Ένα ίχνος μπασογραμμής μπορεί ακόμα να δονεί το στήθος σου. Οι γνωριμίες και οι επιλογές της προηγούμενης βραδιάς, αμφιλεγόμενες. Κάνουν το κεφάλι πιο βαρύ απ’ όσο αισθάνεσαι τα πόδια. Το ίδιο επεισόδιο από τα «Φιλαράκια», μια λούπα όασης – το μοναδικό πράγμα που εκείνη τη στιγμή μοιάζει να έχει ένα συμπυκνωμένο νόημα, ενώ παλεύεις με ένα όπως όπως τοστ ή μια στραβοχυμένη ομελέτα. 

Τα σχέδια καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο, το σινεμά είναι το καλύτερο φάρμακο για το χανγκόβερ, αλλά ποιος μπορεί να φτάσει μέχρι εκεί; Το γραφείο την επόμενη μέρα μοιάζει με μπουντρούμι όπου γίνονται τα πιο εφιαλτικά βασανιστήρια – δεν μπορείς να τα γλιτώσεις, γιατί δεν έχεις τίποτα να ομολογήσεις. Οι ειδοποιήσεις σκάνε στην οθόνη του κινητού σαν σε βιντεοπαιχνίδι όπου δεν μπορείς να δραπετεύσεις στην επόμενη πίστα. Οι κυριακάτικες εφημερίδες μοιάζουν να αποτελούνται από κείμενα εκατομμυρίων λέξεων. Τα παράθυρα κλειστά, η νύχτα φέρνει νύχτα και κάθε κυριακάτικη ταινία που απαιτεί έστω ελάχιστη συναισθηματική εμπλοκή μπορεί να αποδειχθεί απροσδόκητα οδυνηρή. 

Όμως έρχεται μια Κυριακή που σηκώνεις το κεφάλι περίπου στις 5 το πρωί και σε μια εντελώς-αταίριαστη-με-το-περιβάλλον στιγμή διαύγειας κοιτάζεις γύρω σου τους υπόλοιπους στρατιώτες της νύχτας και αναρωτιέσαι: Εγώ Τι Γυρεύω (Πια) Εδώ; Οι Κυριακές, πατώντας ένα μαγικό κουμπάκι, αποκτούν άλλο νόημα. Όχι καλύτερο ή χειρότερο. Απλώς διαφορετικό. Κι όμως, μπορούν να γίνουν τόσα μέχρι να εμφανιστείς στο πατρικό με τα αγαπημένα γλυκά του μπαμπά σου. Το πρωινό γίνεται ένας καμβάς όπου πιάνει επιτέλους τόπο ο τόσος χαμένος χρόνος παρακολούθησης food videos στο Facebook. Οι εφημερίδες αποστηθίζονται με μεγαλύτερη ευκολία και από την Ιστορία δέσμης. Στο κινητό κατεβαίνουν εφαρμογές για τον αποδοτικότερο προγραμματισμό της επόμενης εβδομάδας, οι ανοιχτές σελίδες στο ίντερνετ αφορούν ταξίδια, άρτο και θεάματα. Κάνει κρύο; Ημέρα Πολιτισμού. Κάνει ζέστη; Ημέρα Περιπάτου. Κάπου ενδιάμεσα, το brunch δεν μοιάζει και τόσο παρανοϊκά ακριβό όσο είναι στην Αθήνα, τα παιδάκια στις ταβέρνες και στα καφέ δεν ουρλιάζουν, αλλά «δίνουν έναν νεοϋορκέζικο τόνο δίπλα στους μοντέρνους γονείς τους». Και, βέβαια, η εβδομάδα κλείνει με έναν ορεξάτο τηλεοπτικό μαραθώνιο ή μια συναυλία – υπάρχει κάτι καλύτερο από μια συναυλία Κυριακή βράδυ; 

Ο καινούργιος, ώριμος, ποιοτικός εαυτός σου έχει βρει την ημέρα που γιορτάζει. Κυριακή. Μέχρι να σκάσει η ειδοποίηση στο WhatsApp γκρουπ – τόσο κλισέ σαν στιγμιότυπο από διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας: «Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι έγινε χθες...» + θολή φωτογραφία. Και τότε, σαν άλλος Αλ Πατσίνο στον «Νονό ΙΙΙ», «πάνω που νόμιζες ότι είχες ξεφύγει, σε ξαναρίχνουν μέσα». Στη στενωπό ανάμεσα στη Σκύλλα του FOMO (Fear of Missing Out) και τη Χάρυβδη του FOGO (Fear of Getting Old). Θα βγεις ζωντανός; Συνεχίζεται την επόμενη Κυριακή... ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ