Το κείμενο αυτό, στο μεγαλύτερο μέρος του, γράφτηκε ένα βράδυ Παρασκευής μέσα στο αυτοκίνητό μου, που ήταν παρκαρισμένο στην περιοχή της Δεξαμενής, στο Κολωνάκι. Δεν γινόταν διαφορετικά. Φεύγοντας από το σπίτι της Φωτεινής Τσαλίκογλου και τσεκάροντας το μαγνητόφωνό μου, έντρομη συνειδητοποίησα ότι είχε επιβεβαιωθεί ο νόμος του Μέρφι: όταν κάτι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει. Τι σήμαινε αυτό; Ότι στο μαγνητόφωνο δεν είχε γραφτεί ούτε μία λέξη από την περίπου δύο ωρών κουβέντα μας. 

Οι επιλογές που είχα ήταν δύο: να παρακαλέσω για μια επαναληπτική συνέντευξη ή να αφήσω τη μνήμη να... κάνει παιχνίδι και να αρχίσω αμέσως το γράψιμο. Άλλωστε, στο μυαλό μου είχαν καταγραφεί πολλά. Λέξεις, εικόνες, εκφράσεις προσώπου. 

Θυμόμουν, για παράδειγμα, το διαμέρισμα: τα λουλούδια σε βάζα και σε γλάστρες, τα χιλιάδες βιβλία παντού (νομίζεις ότι οι τοίχοι είναι φτιαγμένοι από χαρτί), τις φωτογραφίες στη βιβλιοθήκη (του συζύγου της, Κωνσταντίνου Τσουκαλά, και της κόρης της, Μυρσίνης, οι πιο πολλές), τα φρέσκα κουμκουάτ πάνω στο τραπέζι του σαλονιού («μου αρέσει η ελαφριά πικράδα τους, τα τρώω έτσι ολόκληρα, δοκίμασε κι εσύ», μου είχε πει). Θυμόμουν τον επιτονισμό της ομιλίας της –τις αυξομειώσεις στην ένταση, τις παύσεις και τα χρώματα της φωνής της– όταν μιλούσε για την ηρωίδα της, για τις δύο εγγονές της (και την τρίτη που θα γεννηθεί σε λίγο καιρό), για την «επιδημία της κατάθλιψης» τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, για «τη μανιχαϊστική κατάτμηση του κόσμου που θρέφει το μίσος και μας κάνει να βλέπουμε τον άλλο (ή τους άλλους) ως εχθρό, υπεύθυνο για ό,τι κακό μάς συμβαίνει», για «την αρρώστια και το φάρμακο της γραφής». 

Θυμόμουν τα γέλια μας στον επίλογο της κουβέντας, όταν το μαγνητόφωνο (αυτό που με πρόδωσε) είχε κλείσει. «Καιρό είχα να γελάσω τόσο σε συνέντευξη. Ξέρεις, νοσταλγώ τις κουβέντες μας με τη Μαργαρίτα Καραπάνου. Σαν δωδεκάχρονες σε σχολική εκδρομή κάναμε μερικές φορές». Θυμόμουν και τον τιγρέ γάτο της, τον Φρυσία. «Δεν γουργουρίζει!» με είχε ενημερώσει. «Θα χρειαστούν πολλά χάδια για να αρχίσει ένα αχνό γουργουρητό. Η φίλη μας Ζυράννα Ζατέλη τον αποκαλεί “σιωπηλό ευδαιμονιστή”. Δεν του ταιριάζει πολύ;» Ο Φρυσίας δεν έλειψε λεπτό από το πλευρό της –κοιμόταν δίπλα της στον καναπέ– κι εκείνη άπλωνε κάθε τόσο το χέρι της και τον χάιδευε.

Δεν είχα, λοιπόν, τη mot à mot καταγραφή της συνομιλίας μας, αλλά είχα κάποια κομμάτια που με έκαναν να αποφασίσω να συνθέσω το παζλ μιας ούτως ή άλλως «μη κανονικής» συνέντευξης: δεν ήταν λίγες οι φορές που μια δική της ερώτηση διαδεχόταν μια δική μου, σε ένα συναρπαστικό quid pro quo, που έφερε στο φως και δικές μου μύχιες σκέψεις, ανασφάλειες και απελπισίες...

«Το τέλος γίνεται νέα αρχή»

Έναν ολόκληρο βασανιστικό μήνα χρειάστηκε να περιμένει για να μάθει αν θα εκδιδόταν το πρώτο της μυθιστόρημα. «Κοιτούσα με αγωνία το τηλέφωνο κι αναρωτιόμουν αν θα είχα απάντηση από τον εκδοτικό οίκο στον οποίο είχα στείλει το χειρόγραφο. Τελικά, μια μέρα από την άλλη άκρη της γραμμής άκουσα τη φωνή του Θανάση Καστανιώτη...» H «Κόρη της Ανθής Αλκαίου» κυκλοφόρησε το 1996. Σήμερα, πολλά μυθιστορήματα και νουβέλες μετά, η καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και η συγγραφέας πορεύονται μαζί, είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις τη μία από την άλλη. 

Η Ευρυδίκη Ματθαίου είναι η νέα της (ηλικιωμένη) ηρωίδα. «Η μετακόμιση» (εκδόσεις Καστανιώτη) είναι η ιστορία της ζωής της, όπως την αναπλάθει στη μνήμη της μια νύχτα. Το επόμενο πρωί θα φύγει για τον οίκο ευγηρίας. Άλλη μια γυναίκα πρωταγωνίστρια σε βιβλίο της. Γιατί; «Ο Φρόιντ σε ένα γράμμα στη Μαρία Βοναπάρτη παραδεχόταν ότι το μεγάλο αναπάντητο ερώτημα, στο οποίο ακόμα και ο ίδιος δεν μπόρεσε να απαντήσει, είναι: Τι θέλει η γυναίκα; Μ’ αυτή την απορία παλεύω κι εγώ», λέει γελώντας η Φωτεινή Τσαλίκογλου. «Η κυρία Ευρυδίκη ετοιμάζεται να αφήσει το σπίτι όπου έζησε, ερωτεύτηκε, πόνεσε, έχασε ανθρώπους. Αλλά ήθελα αυτό το τελευταίο, ίσως, ταξίδι της να είναι ανατρεπτικό. Το τέλος να μεταμορφωθεί σε μια νέα αρχή. Πρόθεσή μου ήταν να ανακατέψω την τράπουλα. Το γήρας να γίνει ξανά νεότητα. Η Ευρυδίκη, λοιπόν, στα 80... φεύγα της γίνεται και πάλι κοριτσάκι, που τις νύχτες πηγαίνει στο κρεβάτι της μικρής της αδελφής. Γίνεται κοπελίτσα, που γνωρίζει τον έρωτα μέσα σε ένα περίπτερο. Γίνεται μητέρα ενός παιδιού που δεν έχει γεννήσει. Κι εκείνη τη νύχτα είναι πολλές ηλικίες μαζί. Κάποιες φορές πλάθει τα γεγονότα, τα θυμάται όπως θα ήθελε να έχουν συμβεί.  Αλλά αυτό δεν είναι κακό. Τιμά τη ζωή της ανακατασκευάζοντάς την. Ζωή δεν είναι μόνο ό,τι ζήσαμε, αλλά και ό,τι ονειρευτήκαμε, ό,τι λαχταρήσαμε πολύ, ό,τι φοβηθήκαμε. Ζωή είναι και η ζωή που δεν ζήσαμε».

Από τις δικές της ηλικίες ποια νοσταλγεί; «Όταν σπούδαζα στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης», απαντά. «Φοιτήτρια Ψυχολογίας στην Ελβετία! Όλα έμοιαζαν τότε δυνατόν να συμβούν. Μας έτρεφε η ψευδαίσθηση ότι όλος ο κόσμος είναι δικός μας. Μολονότι το προστατευμένο περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα μου στοίχισε έως ένα βαθμό σε αγωνιστικότητα· θα ήθελα να είχα περισσότερη. Γι’ αυτό δεν λυπάμαι τα νέα παιδιά. Οι δυσκολίες που περνούν με την κρίση θα τα ατσαλώσουν. Θα βγουν πιο δυνατά». 

Κρίση. Λέξη που δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη. «Κρίση και ευαισθησία είναι δύο λέξεις που χάνουν σε αξιοπιστία μέσα από την ευκολία στη χρήση τους. Συχνά γίνονται άλλοθι. Ένα αντικλείδι που ανοίγει κάθε πόρτα. Αποδίδουμε στην κρίση όλα τα δεινά της ύπαρξής μας. Νοσταλγούμε κεκτημένα που ίσως δεν είχαμε ποτέ, αναπολούμε διάτρητες βεβαιότητες και μια αίσθηση ψευδούς επάρκειας».

Κάφκα και Νίτσε

Επιστροφή στο σπίτι της Ευρυδίκης Ματθαίου. Αυτό που θα πρέπει να αφήσει για πάντα το επόμενο πρωί. Μαζί της μπορεί να πάρει μόνο τρία βιβλία. Τόσα επιτρέπονται. Πώς να διαλέξει; Αν η Φωτεινή Τσαλίκογλου βρισκόταν στην ίδια θέση, τι θα έκανε; «Το ένα βιβλίο θα ήταν σίγουρα ένα από αυτά που ξεχώρισε η Ευρυδίκη, δηλαδή κάποιο του Νίτσε, για τον ίδιο λόγο. Γιατί στις 3 Ιανουαρίου 1879, στην Πιάτσα Κάρλο Αλμπέρτο στο Τορίνο, όταν από το παράθυρο του σπιτιού του είδε έναν αμαξά να μαστιγώνει αλύπητα το άλογό του, πετάχτηκε στον δρόμο, αγκάλιασε το κεφάλι του αλόγου και αναλύθηκε σε λυγμούς. Θα έπαιρνα μαζί μου και τη “Mεταμόρφωση” του Κάφκα. Έφηβη ήμουν όταν τη διάβασα και με συγκλόνισε το ότι ο Γκρέγκορ, ο ήρωας, μεταμορφώθηκε σε μια γιγάντια κατσαρίδα και ούτε η ίδια του η μητέρα δεν μπορούσε να τον αντικρίσει... Ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή μέσα από τη λογοτεχνία με τη φρίκη που μπορεί να κρύβεται όχι στο αποκρουστικό έντομο, αλλά μέσα σε ένα σύστημα τακτοποιημένης ζωής και σε μια φυσιολογική Αγία Οικογένεια...»

Δεύτερο υποθετικό ερώτημα: Αν απέναντί της, εδώ, στο σαλόνι της, μπορούσε να κάθεται μία από τις ηρωίδες των βιβλίων της, ποια θα επέλεγε; «Δύο θα σου πω. Την κόρη της Ανθής Αλκαίου, που από έντεκα ετών προσπαθεί να γιατρέψει τη μητέρα της που πάσχει από κατάθλιψη. Και την Ευρυδίκη Ματθαίου, που τη θαυμάζω και τη ζηλεύω λιγάκι, γιατί επινοεί ζωές που δεν έζησε, ξεγελάει τον χρόνο, εξημερώνει τον τρόμο του θανάτου».

Κατάθλιψη: την αποκάλεσαν «το κακό του 20ού αιώνα», μας ακολουθεί και τον 21ο. Η συγγραφέας δίνει για λίγο τη θέση της στην ψυχολόγο: «Εκατόμβες θυμάτων έχουμε τα τελευταία χρόνια». Χτυπάει το ίδιο τους άντρες και τις γυναίκες; «Στη γυναίκα φανερώνεται πιο εύκολα· η θλίψη, το ευάλωτο, το παράπονο θεωρούνται και στοιχεία θηλυκότητας. Ο άντρας πρέπει να ανταποκριθεί στην εικόνα του κουβαλητή, του πυλώνα της οικογένειας. Οι ρωγμές δεν του επιτρέπονται. Γι’ αυτό πολλοί ξεσπούν στο αλκοόλ και σε βίαιη συμπεριφορά...»

«Βλέπω τη Φωτεινούλα, τη μικρή εγγονή μου, τη μεγαλύτερη αδελφή της, τη Χρυσάνθη, ένα τρίτο μωρό, η Έλλη, ετοιμάζεται σε λίγες εβδομάδες να έρθει στον κόσμο», μου λέει κάποια στιγμή, «και σκέφτομαι: Θα είμαι εδώ σε δέκα χρόνια να τα δω να μεγαλώνουν;». Τη ρωτώ πώς θα ήθελε να τη θυμούνται – οι εγγονές της, οι φοιτητές, οι αναγνώστες της. «Κακά τα ψέματα. Όταν φεύγουμε από τη ζωή, ζούμε μόνο στη σκέψη των ανθρώπων που μας αγάπησαν. Αλλά και πάλι, έπειτα από πενήντα χρόνια κανείς δεν θα μας θυμάται. Η υστεροφημία είναι μια ουτοπία. Απλώς εμείς οι συγγραφείς έχουμε την ψευδαίσθηση της αθανασίας. Γιατί αυτό κάνει η γραφή: ανασταίνει μια απουσία. Κάθε λέξη είναι μια ανάσταση. Γράφεις “θάλασσα” και ταυτόχρονα τη βλέπεις μπροστά σου. Μπορείς να κολυμπήσεις μέσα της, να τρομάξεις με τις τρικυμίες της, να ονειρευτείς τη νηνεμία της. Με τη γραφή έχεις τη δυνατότητα να μεταμορφώσεις την πραγματικότητα, που έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν μας αρκεί...»

Αντί υστερόγραφου

Πριν φύγω, μου έφερε μια στοίβα δικά της βιβλία. «Κράτησε όποια δεν έχεις. Αλλά αν έχεις χρόνο να διαβάσεις μόνο ένα, διάβασε σε παρακαλώ “Το ευτυχισμένο νησί”. Κανένα άλλο». Επιστρέφοντας στο σπίτι, άνοιξα τη «μαγική ιστορία» της που εκτυλίσσεται στο νησί του βασιλιά Αιγέα. «Ο Αιγέας ήταν ένας γενναίος βασιλιάς. Ατρόμητος στις μάχες, δεν άφηνε τον φόβο να τρυπώσει μέσα του. “Ο φόβος είναι μια φυλακή”, έλεγε. “Κι εμένα δεν με μέλει να πεθάνω, αρκεί να έχω κάποιον λόγο να το κάνω”. Και δεν υπήρχε άνθρωπος στο νησί που να μην επαναλάμβανε τα λόγια του βασιλιά σαν να είναι δικά του λόγια». Τώρα πια το ξέρω: η Φωτεινή Τσαλίκογλου δεν είναι μόνο άφοβη, αλλά ζει και στο δικό της ευτυχισμένο νησί. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ