Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Είναι λογικό που δεν είμαι (πια) στο Facebook;

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Με δεδομένο το πώς εξελίχθηκε μέσα από τα χρόνια η σχέση μου με τα κοινωνικά δίκτυα (δεν εξελίχθηκε), είναι μάλλον κάπως ειρωνικό ότι έφτιαξα το προφίλ μου στο Facebook πολύ νωρίς, πριν από σχεδόν μία δεκαετία, σε μια εποχή που τα εγγεγραμμένα μέλη του στην Ελλάδα δεν επαρκούσαν για καμία ουσιαστική δικτύωση - θυμάμαι ότι για μήνες οι διαδικτυακοί μου φίλοι κυμαίνονταν μεταξύ 20 και 30, γεγονός που αν συνέβαινε σήμερα θα ήταν άξιο σοβαρού προβληματισμού. Με τα χρόνια, πάντως, οι φίλοι μου πολλαπλασιάστηκαν, βρήκα κι εγώ, όπως όλοι, τους χαμένους μου συμμαθητές, το προφίλ μου εμπλουτίστηκε με φωτογραφίες διακοπών και γενεθλίων και οποιοσδήποτε μπορούσε να γνωρίζει τις αγαπημένες μου ταινίες, πού μένω και πού σπούδασα ή ακόμα και τις επιδόσεις μου σε κάτι κουίζ γεωγραφίας που ήταν μια εποχή της μόδας. Οσο περνούσε ο καιρός και το Facebook γιγαντωνόταν, αυτή η έκθεση με έκανε να νιώθω κάπως άβολα.  

Σταδιακά επέτρεπα όλο και λιγότερες προσωπικές πληροφορίες να είναι ορατές, έσβησα τις φωτογραφίες μου και σταμάτησα να ποστάρω οτιδήποτε. Ετσι κι αλλιώς, ανάμεσα σε χιλιάδες τοποθετήσεις γνωστών και αγνώστων, άρχισα να νιώθω ότι δεν είχα τίποτα να πω. Για ένα διάστημα απλώς παρακολουθούσα την κινητικότητα φίλων και γνωστών και κυρίως έτυχε να δω μερικά πολύ συναρπαστικά περιστατικά άγριων τσακωμών ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν είχα ακούσει ποτέ να υψώνουν τον τόνο της φωνής τους. Είδα, επίσης, περιπτώσεις που κάποιος κατασπαράχθηκε από ένα πλήθος που είχε εμφανέστατα ανάγκη να κατασπαράξει κάποιον. Μετά, κουράστηκα. Εκρινα ότι όλο αυτό δεν με αφορά και έγινα από αυτούς που ρίχνουν τον μέσο όρο, ώστε να μετριούνται μόλις 50 τα λεπτά που περνάει ημερησίως ένας χρήστης στο Facebook (σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα). Για την ακρίβεια, έμπαινα μόνο αν κάποιος με ενημέρωνε ότι μου είχε στείλει κάτι και τότε ερχόμουν αντιμέτωπος με μια εστία εν δυνάμει παρεξηγήσεων: αναπάντητα μηνύματα, χαμένες ενημερώσεις, αιτήματα φιλίας που εκκρεμούσαν. Ειλικρινά συγγνώμη, δεν τα είδα ποτέ. 

Αν και επί της ουσίας ο λογαριασμός μου ήταν ανενεργός, μόνο και μόνο η ύπαρξή του αποτελούσε πηγή έκθεσης και πάγια εκκρεμότητα. Οταν τελικά αποφάσισα να τον κλείσω, ένιωσα αυτόματα μια απερίγραπτη ανακούφιση. Σαν να ξεφορτώθηκα μια σακούλα σκουπιδιών που βρώμιζε το σαλόνι. Υποτίθεται ότι το Facebook είναι υπεύθυνο για μια σειρά διαταραχών (έντονος εθισμός, σύνδρομο κατωτερότητας, αίσθηση ανεπάρκειας κ.ά.) - εμένα με έπνιξε, με κούρασε, με άγχωσε, με έκανε να νιώθω ανασφαλής και εκτεθειμένος. Η γοητεία της παγκόσμιας επικοινωνίας, της άμεσης διασύνδεσης, της ενημέρωσης και της διασκέδασης στεκόταν από την άλλη μεριά της ζυγαριάς, χωρίς να μπορεί να την κάνει να ισορροπήσει.  

Παρ’ όλα αυτά, μέχρι και σήμερα η επιλογή μου να ζήσω χωρίς Facebook, αλλά και χωρίς κανένα άλλο κοινωνικό δίκτυο, νιώθω ότι κάπως με αποξενώνει από την εποχή και τη γενιά μου. Πριν από λίγο καιρό, σε ένα μπαρ κάποιος με ρώτησε πώς με λένε. Οταν του είπα, με διόρθωσε ότι εννοούσε πώς με λένε στο Twitter. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι δεν είχα ούτε Twitter, ούτε Facebook, ούτε τίποτε άλλο. Δεν ήταν και πολύ λογικό από την πλευρά του, αλλά μήπως δεν είναι λογικό ούτε από τη δική μου πλευρά να απέχω από όλα αυτά; Μήπως δηλαδή αυτός που δεν έχει Facebook το 2016 είναι ο ίδιος με αυτόν που δεν είχε κινητό τηλέφωνο το 2006; Μήπως αργά ή γρήγορα θα «αναγκαστώ» να ανοίξω ξανά το λογαριασμό μου; Μήπως η πραγματικότητα του διαδικτύου εξελίσσεται ταχύτατα σε ισάξια της -ας πούμε- αληθινής ζωής; ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ