ΚΟΣΜΟΣ

Συγκρίσεις με το «Ουότεργκεϊτ»

PETER BAKER / THE NEW YORK TIMES

Ο πρόεδρος Νίξον, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του προς το έθνος, τον Ιανουάριο του 1974.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο πρώτος πρόεδρος, μετά την εποχή του Ουότεργκεϊτ, ο οποίος απολύει τον επικεφαλής έρευνας γύρω από τις δραστηριότητες του προέδρου. Η πρωτοβουλία αυτή του Τραμπ έφερε στη μνήμη πολλών τη διαβόητη «Σφαγή του Σαββατόβραδου» τον Οκτώβριο του 1973, όταν ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον διέτασσε την παύση του ειδικού εισαγγελέα Αρτσιμπαλντ Κοξ, επικεφαλής της έρευνας για τη διάρρηξη στο ξενοδοχείο «Ουότεργκεϊτ» της Ουάσιγκτον.

Οι συγκρίσεις με το σκάνδαλο «Ουότεργκεϊτ» ήταν αναπόφευκτες. Οταν ο ειδικός εισαγγελέας Κοξ απέστειλε κλήση στον Νίξον για να παραδώσει τις κασέτες με τις μαγνητοφωνημένες συνομιλίες στο Οβάλ Γραφείο, ο πρόεδρος απέλυσε τον εισαγγελέα. Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Ελιοτ Ρίτσαρντσον και ο υφυπουργός του, Ουίλιαμ Ράκελσχος προτίμησαν να παραιτηθούν από το να υπακούσουν στην προεδρική διαταγή. Το έργο αυτό ανέλαβε ο επικεφαλής των νομικών υπηρεσιών του Λευκού Οίκου, Ρόμπερτ Μπορκ, ο οποίος ενημέρωσε τον εισαγγελέα για την παύση του.

«Ουδέποτε, από την εποχή του Ουότεργκεϊτ, το νομικό μας σύστημα δεν απειλήθηκε τόσο έντονα. Η πίστη μας στην ανεξαρτησία και στην ακεραιότητα της Δικαιοσύνης έχει κλονιστεί σοβαρά», είπε ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ.

Ακόμη και ο παλιός σύμμαχος του Τραμπ, Ρότζερ Στόουν, δεν απέφυγε τη σύγκριση με τον Νίξον, παρά την προσπάθειά του να υπερασπιστεί τον πρόεδρο. «Από κάπου, ο Νίξον μας χαμογελάει. Η αξιοπιστία του Κόουμι είχε πληγεί ανεπανόρθωτα. Η ειρωνεία είναι ότι ο Τραμπ τον άκουσε να δηλώνει ότι απέτυχε στην έρευνα για τη Χίλαρι και όχι στην έρευνα για τη Ρωσία και αποφάσισε ότι η ώρα ήταν κατάλληλη για να τον ξεφορτωθεί», λέει ο Στόουν, που εργάστηκε στον Λευκό Οίκο του Ρίτσαρντ Νίξον.

Από την εποχή του σκανδάλου «Ουότεργκεϊτ» και ένθεν, οι Αμερικανοί πρόεδροι εμφανίστηκαν διστακτικοί να συγκρουστούν με τους επικεφαλής του FBI. Η μόνη εξαίρεση υπήρξε ο Μπιλ Κλίντον, ο οποίος απέλυσε τον Ουίλιαμ Σέσιονς το 1993, μετά τις κατηγορίες για πολιτικές παρεμβάσεις από μέρους του διευθυντή του FBI. Ο διάδοχος του Ουίλιαμ Σέσιονς, Λιούις Φρι, αποδείχθηκε ακόμη μεγαλύτερος πονοκέφαλος για τον Κλίντον, προσφέροντας την αρωγή του στον ανεξάρτητο εισαγγελέα Κένεθ Σταρ στην έρευνα για τις σεξουαλικές συνευρέσεις του Κλίντον στον Λευκό Οίκο. Ο Κλίντον, όμως, δεν θέλησε να διακινδυνεύσει σύγκρουση με τον Φρι και απέφυγε έτσι να τον απολύσει.

Ο Ρόμπερτ Μίλερ απείλησε να παραιτηθεί από την ηγεσία του FBI, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζορτζ Μπους του νεότερου, εφόσον ο πρόεδρος ενέκρινε μυστικό πρόγραμμα παρακολούθησης, το οποίο ο Μίλερ θεωρούσε παράνομο. Ο Μπους επέλεξε να υποχωρήσει, παρά να διακινδυνεύσει το ξέσπασμα σκανδάλου, προβαίνοντας σε σημαντικές αλλαγές του νομοθετήματος, που το κατέστησαν νομικά αποδεκτό για τον Μίλερ. Εκτός από τον Μίλερ, την παραίτησή του είχε τότε υποβάλει και ο τότε υφυπουργός Δικαιοσύνης και σημερινός διευθυντής του FBI, Τζέιμς Κόουμι.

«Απόπειρα συγκάλυψης»

Ο βιογράφος του Νίξον, Τίμοθι Ναφτάλι, λέει ότι η πρωτοβουλία του προέδρου Τραμπ δεν μπορεί να συγκρίνεται με τη «Σφαγή του Σαββατόβραδου», καθώς ο Κόουμι δεν διορίστηκε ειδικά για την έρευνα της προεκλογικής εκστρατείας του 2016. «Με ή χωρίς τον Τζέιμς Κόουμι, το FBI θα συνεχίσει να ερευνά την εκστρατεία του 2016 σε ό,τι αφορά τη ρωσική εμπλοκή σε αυτή. Αυτό είναι ένα άλλου είδους σφάλμα. Εφόσον ο υπουργός Δικαιοσύνης Τζεφ Σέσιονς δεν μπορέσει να αποδείξει ότι ο Κόουμι ενήργησε κακόπιστα, η κίνηση του Τραμπ να απολύσει τον διευθυντή του FBI θα μείνει στην ιστορία ως απόπειρα συγκάλυψης», λέει ο Ναφτάλι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ