ΘΕΑΤΡΟ

Επικό, τραγικό και συνάμα γελοίο

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

«Καθώς ψυχορραγώ» με τη Σοφία Φιλιππίδου, σε σκηνοθεσία της ίδιας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΦΩΚΝΕΡ
Καθώς ψυχορραγώ
σκηνοθ.: Σοφία Φιλιππίδου
θέατρο: Της Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής»

Ποιος άλλος από τον Μένη Κουμανταρέα –μάστορα της μακρόπνοης μετάφρασης του «Καθώς ψυχορραγώ»– θα μπορούσε να συνοψίσει πιο εύστοχα την ουσία του μυθιστορήματος του Φόκνερ όπως την παραθέτει στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης (Κέδρος 1970): «...η τελετουργία του θανάτου και της ταφής της Αντι Μπάντρεν, το μαστόρεμα του κιβουριού της από τον πρωτότοκο γιο της, καθώς και το κοπιαστικό ταξίδι ολάκερης της οικογένειας Μπάντρεν –επικό, τραγικό και συνάμα γελοίο– (την οδηγεί) από τη... φανταστική επαρχία Γιοκναπατάουφα ώς τη μακρινή πόλη του Τζέφερσον... περιπέτεια που μοιάζει να τηρεί τους άγραφους νόμους (κάποιας) άγνωστης και πρωτόγονης ιεροτελεστίας... σε μια κοινωνία αρχέτυπη, βασικά αγροτική και μητριαρχική... Το ξόδι της Αντι Μπάντρεν, μοιάζει σαν πρόφαση για τους ήρωες να ικανοποιήσουν ο καθένας ξεχωριστά τη δική του μικρή, στενόψυχη επιθυμία».

Η Σοφία Φιλιππίδου, άξια ηθοποιός κωμικού γένους με την άκρως προσωπική δυσφράδεια του -ρω να προϊδεάζει για γέλιο, φαίνεται πως κινείται πνευματικά και σε πολύ διαφορετικές τροχιές. Επέλεξε αυτή τη φορά να αναμετρηθεί με τη μεταφορά ενός λογοτεχνικού ορόσημου στη σκηνή, χωρίς να υπολογίσει συγκρίσεις με ξένες, κινηματογραφικές και θεατρικές μεταφορές, ούτε και με τη συνταραχτική, νεοελληνική μεταγραφή για το θέατρο: «Προς Ελευσίνα» από τον Παύλο Μάτεσι (1992), αντίθετα, θα έλεγα πως τις χρησιμοποίησε. Ακόμα δεν δίστασε να σκηνοθετήσει στον πιο αμετάκλητα ορφανεμένο και αμείλικτα προσωπικό χώρο το συγκεκριμένο έργο, στη συγκεκριμένη μετάφραση, κομβικά και τα δύο, για τον Λευτέρη Βογιατζή. Καθόρισαν σε άλλο επίπεδο –μαθαίνουμε από την Ειρήνη Λεβίδη– τη φανατική σχέση του με τη γλώσσα, την ακρίβεια του σκηνικού λόγου, την ευθυβολία και νοηματική του καθαρότητα. Εχω την αίσθηση πως ο Βογιατζής θα εκτιμούσε μεν την ατρόμητη απόπειρα, το πάθος, τις ιλαροτραγικές μεταπτώσεις και την προσωπική σφραγίδα της Φιλιππίδου, αλλά οι πολλές ενστάσεις του ως προς τον χειρισμό του λόγου και την ασαφή μείξη των θεατρικών ειδών θα... δυσκόλευαν κι άλλο το ταξίδι της οικογένειας Μπάντρεν.

Η σοβαρή διασκευή της Χλόης Κολύρη ενίσχυσε τη δομή του μυθιστορήματος –που το προωθούν μονόλογοι των επτά μελών της οικογένειας κι άλλων οκτώ περιφερειακών τύπων– φροντίζοντας τις συνδέσεις και τους αρμούς μεταξύ των μονολόγων. Με τις αντιθέσεις, τα χάσματα, τις ακυρωμένες ανάμεσα στους χαρακτήρες σχέσεις αλλά και τις προσωπικές βλέψεις ή μικρότητες του καθενός, καταπιάστηκε η σκηνοθεσία. Αλλοτε γόνιμα κι ευρηματικά άλλοτε αμήχανα ή υπερκινητικά.

Τα αδάμαστα στοιχεία της φύσης, τα απρόοπτα εμπόδια του ταξιδιού στο κατακαλόκαιρο του Αμερικανικού Νότου, όλες οι δυσκολίες απ’ όπου πρέπει να διαβεί το κιβούρι της νεκρής Αντι πριν φτάσει στην πατρική της γη αποκτούν –πέρα από τον συμβολισμό για τις άθλιες κοινωνικές συνθήκες– διαφορετικό χαρακτήρα για τον καθένα της οικογένειάς της: σχεδόν τιμωρητικό για τον πατέρα - αφέντη και σύζυγο που ποτέ δεν αγάπησε, τελετουργικό σαν δοκιμασία ενηλικίωσης κι αυτογνωσίας για τους τέσσερις γιους και τη μία κόρη.

Η ίδια η Αντι, μητέρα, γυναίκα, μνήμη και αναδρομή, χρόνος άχρονος πέρα από ζωή και θάνατο, βρίσκει στη Σοφία Φιλιππίδου ιδανική ολοκλήρωση. Σπαραχτική και κωμική, απλή και σύνθετη σαν το φοκνερικό σύμπαν, αθώα κι ένοχη, γενναιόδωρη κι εκδικητική, διηγείται, νουθετεί, αποτρέπει, συμπυκνώνει στο τέλος τα πάθη μιας ζωής γεμάτης καταναγκασμούς και στερήσεις.

Από τους υπόλοιπους ρόλους ξεχωρίζουν ο Κώστας Βασαρδάνης, υπερκινητικός αλλά έγκυρος στον ρόλο του σαλού Νταρλ, η Ελενα Μεγγρέλη ως Ντιούι Ντελ, λιγομίλητη, ενστικτώδης, ήρεμα δυναμική προβάλλει την υποταγή ιέρειας στην πρωθιέρεια. Ο Μιχαήλ Ταμπακάκης αθώος και τρυφερός στον ρόλο του Βάρνταμαν, βενιαμίν της οικογένειας, επωμίζεται αξιοπρόσεχτα και τον περιφερειακό ρόλο του παπά φορώντας (όπως και οι υπόλοιποι περιφερειακοί τύποι) μάσκα. Οι Μορφέας Παπουτσάκης (πρωτότοκος) και Μιχαήλ Κολιότσος (πατέρας) πιστεύω πως είχαν περιθώρια να δουλευτούν πέρα από την αρχετυπική τους διάσταση, ενώ ο Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος στην ακροβατική, ιπτάμενη σχεδόν ερμηνεία του ατίθασου, ξεχωριστού Τζιούελ, επιβεβαίωσε τα προαναγγελθέντα αλλά όχι πάντα διακριτά «δάνεια» της ενδιαφέρουσας σκηνοθεσίας από διαφορετικά θεατρικά είδη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ