ΒΙΒΛΙΟ

Αδιέξοδη στάση

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Το αδιανόητο τοπίο
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 352

Ο​​ταν «Το αδιανόητο τοπίο» πρωτοκυκλοφόρησε πριν από είκοσι πέντε χρόνια δημιούργησε αίσθηση. Πρώτον για την απέριττη ομορφιά του. Και δεύτερον διότι έθεσε επί τάπητος το ζήτημα της ελληνικότητας σε μια εποχή που η ιδέα ως χαρακτηριολογική συνιστώσα του τόπου βρισκόταν εκτός ιδεολογικής ατζέντας – σε αντίθεση προς το ταυτολογικό «Η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες». (Η μετεμφυλιακή εθνικιστική προπαγάνδα αχρήστευσε για χρόνια την ιδέα της ελληνικότητας και ανάλογα έπραξε και το χουντικό σύνθημα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Το έργο τόλμησε ακόμα να αναδείξει έναν συνεργάτη της απριλιανής δικτατορίας ως θετικό, εν πολλοίς τραγικό ήρωα). Σήμερα συνειδητοποιούμε επίσης πως ο Θεοδωρόπουλος εισήγαγε για πρώτη φορά εδώ την τεχνική του αρχείου που έμελλε να αποτελέσει αφηγηματική του σταθερά.

Επιδιώκοντας να συνθέσει μια βιογραφία, ο αφηγητής του «Αδιανόητου τοπίου» παρακολουθεί τις περιπέτειες της ελληνικότητας μέσα από τρεις επινοημένες φιγούρες: τον προικισμένο ζωγράφο Γιώργο Γαλανό που αμέσως μετά τον Πόλεμο μοχθεί να απεικονίσει το ελληνικό τοπίο, τον σχολιαστή του Παυσανία αρχαιολόγο Διογένη Σαββόπουλο που αναζητά τον θησαυρό των Ατρειδών και τον κροίσο εφοπλιστή Πάνο Θερσίτη που επενδύει οικονομικά πάνω της. Το αποτέλεσμα; Παρά τις ποιητικές ενατενίσεις που εμπνέει, λόγω ιδιοτελειών, δογματισμών και αφελειών, η ιδέα της ελληνικότητας αποδεικνύεται καταστροφική. Ωθούμενος από τον υψηλόφρονα λόγο του Περικλή Γιαννόπουλου, ο εραστής του απόλυτου Γιώργος Γαλανός θα δώσει μεν σπουδαίο εικαστικό έργο, η ατυχής όμως ανάμειξή του στη χουντική «Πανελλήνιο Πολιτεία» αμαυρώνει και τον ίδιο και την ιδέα της ελληνικότητας. Ομοίως ο αρχαιολόγος Διογένης Σαββόπουλος καταλήγει σε μιαν εμμονική αδιέξοδη στάση. Ο Πάνος Θερσίτης τέλος, ευεργετηθείς και στυλοβάτης της χούντας εκ των πραγμάτων την απαξιώνει.

Αν και δημοσιευμένο την επομένη της σοβαρότατης πολιτικοκοινωνικής κρίσης του «βρώμικου ’89», το μυθιστόρημα του Τάκη Θεοδωρόπουλου δεν θεώρησε την καλλιέργεια της ελληνικότητας λύση – αντιθέτως προς τη μεσοπολεμική γενιά του ’30 στη δύσκολη περίοδο που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Και ορθώς. Διότι η ελληνικότητα προσφέρει έδαφος στον διάλογο γύρω απ’ τη μεταφυσική του ελληνικού τοπίου, δυστυχώς όμως δεν απαντά, ούτε κι απάντησε ποτέ στα εξαιρετικά περίπλοκα ζητήματα που θέτουν οι απαιτήσεις της εγχώριας και διεθνούς ζωής. Ταυτόχρονα το μυθιστόρημα ανέδειξε το σοβαρό πρόβλημα των ιδεοληψιών που ταλανίζουν τους Ελληνες. Θεωρημένη αστόχαστα, η ελληνικότητα αποδεικνύεται εκρηκτικό φορτίο σπρώχνοντας σοβαρούς ανθρώπους σε επικίνδυνες ατραπούς και παράλληλα προσφέρει έδαφος σε αδίστακτους που επενδύουν στον ελληνικό ανορθολογισμό – στις παρανοειδείς θέσεις πως κάθε σκέψη που γεννήθηκε στον κόσμο είδε το φως στο αρχαιοελληνικό παρελθόν. Οταν γράφτηκε το μυθιστόρημα, τέτοιες στάσεις ήταν σε ύφεση, ξανακέρδισαν όμως έδαφος αργότερα. Σε ανύποπτο χρόνο δηλαδή, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος ανέδειξε τα αδιέξοδά μιας χαρακτηριστικά ελληνικής στάσης μέσα σε ένα μυθιστοριογραφικό έργο που σε γενικές γραμμές επιδίωξε να διερευνήσει κεντρικά ζητήματα της εθνικής ταυτότητας: τις σχέσεις συνέχειας/ασυνέχειας ανάμεσα στον νεότερο ελληνικό και τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό («Νύχτες στην Αρκαδία», 1987) καθώς και την εξοικείωση του πρώτου με τον δεύτερο μέσω της δυτικοευρωπαϊκής διαμεσολάβησης («Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης», 2007).

Κατά τα άλλα «Το αδιανόητο τοπίο» επιτυγχάνει μιαν αξιοσημείωτη ρυθμική ανάπτυξη η οποία συνδυάζει την εξωτερική ενατένιση με την ψυχική ενδοστρέφεια, την ανατροπή στερεοτύπων με τον υψηλόφρονα λυρισμό και την ποιητική αναζήτηση με τον ερευνητικό στοχασμό σε ένα έργο όπου κυριαρχεί το ορεινό υποβλητικό, γοητευτικό πελοποννησιακό τοπίο και μια σεμνή, ασκητική φιγούρα που αγωνίζεται να συλλάβει τη μορφή και το πνεύμα του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ