ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η πολιτική επιβίωση του κ. Τσίπρα

ΜΙΡΑΝΤΑ ΞΑΦΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ανάλυση

Ολα δείχνουν ότι είμαστε κοντά στο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου προγράμματος και σε κατ’ αρχήν συμφωνία που θα επιτρέψει τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα. Το Ταμείο δεν προτίθεται να υποχωρήσει στα δύο θέματα που θέτει εδώ και καιρό ως βασικές προϋποθέσεις για να στηρίξει χρηματοδοτικά την Ελλάδα: Πρώτον, την αποδοχή από την Ελλάδα μεταρρυθμίσεων που διασφαλίζουν την επιστροφή στην ανάπτυξη και την επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων που θα συμφωνηθούν από κοινού μεταξύ κυβέρνησης και Ευρωπαίων εταίρων. Δεύτερον, τη συγκεκριμένη δέσμευση των Ευρωπαίων για ένα επαρκές πακέτο μέτρων ελάφρυνσης του χρέους μεσοπρόθεσμα.

Το πρώτο σκέλος έχει σχεδόν ολοκληρωθεί με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε την περασμένη εβδομάδα, η οποία περιλαμβάνει μέτρα συνολικού ύψους 2% του ΑΕΠ το 2019 και 2020, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ, με ανοικτό το ενδεχόμενο να εφαρμοστούν ταυτόχρονα το 2019 αν χρειαστεί. Μένει μόνο να συμφωνηθεί για πόσα χρόνια από το 2018 και μετά η Ελλάδα πρέπει να εξασφαλίσει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Το δεύτερο σκέλος θα παρουσιαστεί κατά πάσα πιθανότητα στο Eurogroup της 22ης Μαΐου, ύστερα από αλλεπάλληλες παρασκηνιακές συζητήσεις μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωπαίων πιστωτών. Η τελευταία τέτοια συζήτηση, στο περιθώριο της συνάντησης των χωρών G7 στο Μπάρι της Ιταλίας προχθές, φαίνεται πως άνοιξε το δρόμο για συμφωνία.

Το αδύναμο διαπραγματευτικό χαρτί της Ελλάδας στο θέμα του χρέους είναι η περιορισμένη πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις που έχουν σαν στόχο τη βελτίωση της αναπτυξιακής προοπτικής και της λειτουργίας του κράτους. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τους πιστωτές ως αντιπάλους, ενώ κάποιοι υπουργοί μιλούν για επαναδιαπραγμάτευση πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι στη συμφωνία. Η Ελλάδα συνεχίζει να διατηρεί ένα ακραία πελατειακό σύστημα με ισχυρά συμφέροντα που εμποδίζουν τις μεταρρυθμίσεις. Το άνοιγμα των επαγγελμάτων, η άρση εμποδίων στον ανταγωνισμό, η βελτίωση της λειτουργίας του Δημοσίου και της Δικαιοσύνης, η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων και το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές, είναι μεταρρυθμίσεις που προβλέπονταν στα προηγούμενα μνημόνια αλλά δεν εφαρμόστηκαν ή εφαρμόστηκαν ελλιπώς. Οι πιστωτές δεν θεωρούν την πρόοδο επαρκή, επομένως διστάζουν να εξειδικεύσουν τα μέτρα ελάφρυνσης χρέους και να δεσμευθούν για την υλοποίησή τους. Πιθανότερη λύση είναι η ελάφρυνση χρέους που θα προσφέρουν να συναρτάται από την πρόοδο στις μεταρρυθμίσεις ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος το 2018. Η προθεσμία λήξης του χρέους προς τους Ευρωπαίους εταίρους θα μπορούσε να παρατείνεται υπό όρους, ώστε να διατηρηθεί το κίνητρο για μεταρρυθμίσεις από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Για να πεισθεί να συμμετάσχει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα με ελάφρυνση χρέους «υπό όρους», η συμφωνία είναι πιθανό να προβλέπει επαναγορά του χρέους της Ελλάδας προς το ΔΝΤ από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) στο τέλος του προγράμματος, ώστε να διασφαλιστεί η αποπληρωμή του.

Οσον αφορά τα μέτρα για το 2019 και το 2020, οι κ. Τσίπρας και Μητσοτάκης έχουν κάνει εκ διαμέτρου αντίθετες δηλώσεις. Ο κ. Μητσοτάκης προσάπτει στην κυβέρνηση ότι στην ουσία συμφώνησε σε ένα τέταρτο μνημόνιο χωρίς χρηματοδότηση. Προσπαθώντας να απαντήσει σε αυτή την κριτική, την περασμένη Τρίτη ο πρωθυπουργός είπε ότι «είναι η πρώτη φορά στα χρόνια της μνημονιακής περιπέτειας που κλείνουμε μία αξιολόγηση και δεν εφαρμόζουμε μέτρα για να πάρουμε χρήματα, αλλά παίρνουμε χρήματα και δεσμευόμαστε για την εφαρμογή των μέτρων την επόμενη περίοδο, υπό τον όρο ότι θα έχουμε βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους». Ποιος έχει δίκιο; Αντικειμενικά, ο κ. Μητσοτάκης. Εξάλλου η χρηματοδότηση στην οποία αναφέρεται ο κ. Τσίπρας συνδέεται με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και όχι με τα μέτρα για το 2019 και το 2020, όπως υπονοεί. Υποκειμενικά, στο βαθμό που η «επόμενη περίοδος» αναφέρεται σε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Τσίπρας εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η περικοπή των συντάξεων και του αφορολογήτου θα εφαρμοστεί από μία άλλη κυβέρνηση. Πράγματι, το πιθανότερο είναι ο κ. Τσίπρας να προκηρύξει εκλογές το φθινόπωρο του 2018, διαλαλώντας ότι έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια και την επιτροπεία, πέτυχε ελάφρυνση χρέους και επανέφερε τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Και όλα αυτά πριν από τις περικοπές συντάξεων και αφορολογήτου, που κατά πάσα πιθανότητα θα ισχύσουν ταυτόχρονα το 2019, εφόσον το ΔΝΤ προέβλεπε δημοσιονομικό κενό 2% πριν συμφωνηθούν τα μέτρα.

Ενα ενδιαφέρον ερώτημα είναι τι θα συμβεί το 2018. Το ΔΝΤ έχει πει επανειλημμένως ότι τα μέτρα που περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα που συμφωνήθηκε το 2015 δεν αρκούν για να πετύχουν πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Αυτό το πρόβλημα λύθηκε με τα μέτρα στα οποία συμφώνησε η κυβέρνηση για το 2019 και 2020. Το 2018 όμως Ευρωπαίοι και ΔΝΤ συμφώνησαν ότι διαφωνούν. Το ΔΝΤ διατηρεί στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος 2% του ΑΕΠ, ενώ το πρόγραμμα του ΕΜΣ προβλέπει πλεόνασμα 3,5%. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται πως έχουν δεχθεί να εκταμιεύσουν την χρηματοδότηση που προβλέπεται στο πρόγραμμα, εφόσον η Ελλάδα εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα, ακόμη και αν δεν επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος. Ιδανικά, τα μέτρα του 2019 και του 2020 θα έπρεπε να ισχύσουν από το 2018, με ταυτόχρονη μείωση των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών που διώχνουν εταιρείες και φυσικά πρόσωπα κατά χιλιάδες προς άλλες χώρες. Η αναμονή κοστίζει. Αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί τον κ. Τσίπρα, που μοιάζει να ενδιαφέρεται πρωτίστως για την πολιτική του επιβίωση.

* Η κ. Μιράντα Ξαφά είναι senior scholar στο Centre for International Governance Innovation και μέλος της Δ.Ε. της Δράσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ