Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Πολιτική, όχι συναίσθημα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ε​​ίχε το τεχνητό μέλος απλωμένο στο πεζοδρόμιο. Κουρελής, μεσήλιξ, το κεφάλι μπροστά, τα χέρια παραιτημένα στο πλακόστρωτο. Κόσμος πηγαινοερχόταν. Οι περισσότεροι δεν έστριβαν το κεφάλι, άλλοι έριχναν ένα βλέμμα γρήγορο, αδιάφορο, λίγοι κοντοστέκονταν. Ο φουριόζος με το ελαφρύ μπουφάν περασμένο στο μπράτσο δεν τον είδε, σκόνταψε στο πρόσθετο πόδι και έσκασε με φόρα στο ΚΑΦΑΟ. Αλάφιασμα των περαστικών, βοήθεια, κανένα εμφανές τραύμα, κι έπειτα ένας χείμαρρος από βρισιές προς τον ζητιάνο και κλωτσιές στο αδρανές μέλος και στα πλευρά. «Ξεκουμπίσου από δω, βρωμιάρη, κατακάθι, παράσιτο», είπε και τον έφτυσε.

Ο ζητιάνος έμεινε ασάλευτος «χωρίς ούτε λόγο να ειπή, ούτε αντίσταση να κάμη, ούτε σημάδια θυμού να δείξη στο πρόσωπό του» όπως έγραφε ο Καρκαβίτσας για τον Tζιριτόκωστα. Η επαιτεία προκαλεί και οίκτο και οργή. Και συγκατάβαση και άρνηση. Σχεδόν καθημερινό, αν και περιφερειακό, το δίλημμα, για ένα καθόλου περιφερειακό πρόβλημα. Ακραία φτώχεια: έλεος ή κρατική προστασία;

Σίγουρα το συναίσθημα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική. Η κατά το δυνατόν ισομερής κατανομή των στοιχειωδών είναι μια ηθική επιδίωξη, καρπός όχι της ευσπλαχνίας αλλά μιας φιλοσοφίας που έχει εγκαταστήσει στο κέντρο της τον πολίτη. Επιδίωξη/χρέος που χαρακτηρίζει ευημερούσες κοινωνίες· ένα χρέος παντοτινό, ενώ η ελεημοσύνη είναι ευκαιριακή· ανακουφιστική, αλλά πρόσκαιρη. Σε χώρες σε κρίση, η καλοσύνη που λιγοστεύει τον πόνο, που περισώζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η συνεισφορά που εξιλεώνει και εκείνη που ξορκίζει την ανοίκεια δυστυχία αποβαίνουν ρυθμιστές της επιβίωσης.

Ειδικά όμως η επαιτεία, ως συνιστώσα της κοινωνικο-οικονομικής ζωής, γίνεται στόχος του υποκόσμου, που μετατρέπει την ικεσία για ατομική φιλανθρωπία, σε «προϊόν» ενός ακμάζοντος «κλάδου». Οι εισαγόμενοι από τη μαφία της επαιτείας Βαλκάνιοι σακάτηδες και Ολιβερ Τουίστ, δούλοι της πιο ελεεινής βιομηχανίας, μπερδεύονται με αυτόχθονες άπορους, άνεργους μετανάστες, Τσιγγάνους (η πόλη στους κόρφους της όλους τους κρατεί, οντότης αδιάφορη, ανεπηρέαστη) και στήνουν το δικό τους «μαγαζάκι», για τη διατήρηση της «κυριότητας» του οποίου φροντίζει η μαφία. Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις το θύμα του δουλέμπορου από τον ανήμπορο ή από το θύμα της ίδιας του της οικογένειας, άλλωστε οι περισσότεροι είναι πάμφτωχοι, στην κόλαση της μόνιμης κακουχίας, έξω από τον κύκλο που περικλείει τα όντα σε μια κοινότητα δραστηριοτήτων. Και οι μεν και οι δε αποτελούν τη ζωντανή περιγραφή ενός διαρκούς προβλήματος που δεν λύνεται ούτε με τον οβολό του περαστικού (η ελεημοσύνη απαλύνει τα συμπτώματα, δεν εξαλείφει τις αιτίες) ούτε με τη σταθερή άρνηση της ατομικής βοήθειας – τη φτώχεια δεν τη διαιωνίζει η φιλανθρωπία, αλλά οι κοινωνικο-οικονομικές καταστάσεις.

Παράλληλα, είναι η πιο ταπεινωτική, η πιο μειωτική για το άτομο προσπάθεια φυγής από την απόλυτη φτώχεια, που «επιτυχγάνεται» εύκολα, με το προσωπικό στιγμιαίο δούνε-λαβείν, εμποδίζοντας και τον ελεήμονα και τον ελεηθέντα να χειραφετηθούν από την ψευδαίσθηση του ορθού της πράξης. Ομως, δεν υπάρχει δράση χωρίς απόθεμα συναισθήματος (και ο Κάρολος Ντίκενς ήταν κατά της επαιτείας, όμως ελεούσε). Με το θυμικό κυρίως είναι που επιδιδόμαστε στον κόσμο των αξιών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ