ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μείωση φόρων και μεταρρυθμίσεις ζητεί το ΔΝΤ από τη Γερμανία

REUTERS

Οι βασικές συστάσεις του ΔΝΤ για τη Γερμανία είναι αντίθετες με την οικονομική πολιτική που εφαρμόζει ο κ. Σόιμπλε και η έκκληση για αντιμετώπιση των οικονομικών ανισορροπιών, όπως το μεγάλο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, μάλλον θα έχει προκαλέσει εκνευρισμό στο Βερολίνο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η γερμανική κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει σε σημαντικές δημοσιονομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να ενισχύσει τη δυνητική ανάπτυξη και να μειώσει το πλεόνασμα των τρεχουσών συναλλαγών στο ενδεδειγμένο επίπεδο, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΔΝΤ για τη Γερμανία. Το Ταμείο ασκεί για ακόμα μία χρονιά κριτική στην οικονομική πολιτική του Βερολίνου, επιμένοντας στην ανάγκη να γίνουν περισσότερες επενδύσεις σε υποδομές, φυσικές και ψηφιακές, στην προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα, στην ενσωμάτωση των προσφύγων αλλά και να μειωθεί η φορολογία της εργασίας.

Οι βασικές συστάσεις του ΔΝΤ για τη Γερμανία είναι αντίθετες με την οικονομική πολιτική που εφαρμόζει ο κ. Σόιμπλε, και η έκκληση για αντιμετώπιση των οικονομικών ανισορροπιών, όπως το πολύ μεγάλο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, μάλλον θα έχει προκαλέσει εκνευρισμό στο Βερολίνο. Σύμφωνα με το Ταμείο, το πλεόνασμα της Γερμανίας θα μειωθεί από το 8,3% του ΑΕΠ το 2016 στο 7,5% έως το 2022. Κατά το Ταμείο, για τη Γερμανία το ενδεδειγμένο επίπεδο πλεονάσματος τρεχουσών συναλλαγών κυμαίνεται μεταξύ 2,5% και 5% του ΑΕΠ. «Το μεγάλο και διαρκές πλεόνασμα αντανακλά το υψηλό επίπεδο εσωτερικής αποταμίευσης και την (ύπαρξη) καλύτερων επενδυτικών ευκαιριών στο εξωτερικό, όπως και εξωτερικούς παράγοντες. Η Γερμανία θα πρέπει να υιοθετήσει δέσμη συντονισμένων δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών (μέτρων), ώστε να προφυλάξει τα δυνατά της σημεία και να αντιμετωπίσει τις εναπομείνασες προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των εξωτερικών ανισορροπιών», είναι η άποψη των τεχνοκρατών του ΔΝΤ. Μόλις την περασμένη Πέμπτη ο κ. Σόιμπλε είχε ανακοινώσει ότι τα φορολογικά έσοδα του 2017 θα είναι υψηλότερα από το προβλεπόμενο και είχε απορρίψει την κριτική του ΔΝΤ πως η Γερμανία δεν επενδύει αρκετά χρήματα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το γερμανικό Δημόσιο επένδυσε μεταξύ 2005 και 2014 μόλις το 2,2% του ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ ήταν το ίδιο χρονικό διάστημα 3,3% του ΑΕΠ. Οικονομολόγοι και επιχειρηματικές ενώσεις διεκδικούν επίμονα απλούστευση του φορολογικού συστήματος, ώστε να ενισχυθούν η ιδιωτική κατανάλωση και η ανάπτυξη (χάρη στη μείωση της φορολογίας), και χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή επιχειρήσεων, ώστε να αυξηθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις.

Για το 2017, το ΔΝΤ προβλέπει πως θα συνεχιστεί η καλή πορεία της γερμανικής οικονομίας, ωστόσο μακροπρόθεσμα η οικονομική προοπτική είναι πιθανόν να εξασθενήσει, διότι η υιοθέτηση πολιτικής οικονομικού προστατευτισμού στο εξωτερικό θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ανοικτή γερμανική οικονομία. Επιπλέον, οι αναπτυξιακές προοπτικές απειλούνται από τις χαμηλές ιδιωτικές επενδύσεις αλλά και από τη γήρανση του πληθυσμού. Το ΔΝΤ προειδοποιεί πως υπάρχει ο κίνδυνος οι μισθοί στη Γερμανία «έπειτα από μακρά περίοδο αυτοσυγκράτησης» να μην αυξηθούν όσο θα έπρεπε. Το αποτέλεσμα θα ήταν «παρατεταμένη (περίοδος) χαμηλού πληθωρισμού στη Γερμανία», κάτι που θα καθυστερούσε την ανάκαμψη του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη και θα καθυστερούσε και την εξομάλυνση (δηλαδή, την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού) της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ. Πρόκειται για επιχείρημα που έχει χρησιμοποιήσει κατ’ επανάληψιν και ο Μάριο Ντράγκι, λέγοντας πως οι κυβερνήσεις θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν το δημοσιονομικό περιθώριο που διαθέτουν ώστε να πραγματοποιήσουν επενδύσεις και, παράλληλα, να προχωρήσουν σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να ενισχύσουν τον πληθωρισμό και να επιτρέψουν στην ΕΚΤ να αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκια δανεισμού. Συγχρόνως, το ΔΝΤ θεωρεί πως δεν υπάρχει «φούσκα» στην αγορά ακινήτων της Γερμανίας, ωστόσο προειδοποιεί πως υπάρχουν προβληματικά σημεία, κυρίως στις μεγάλες πόλεις της, καθώς συνεχίζουν να αυξάνονται οι τιμές των ακινήτων. Το Ταμείο αξιολογεί θετικά την πρωτοβουλία της γερμανικής κυβέρνησης να πωλεί δημόσια γη και κατοικίες σε τιμές κάτω από αυτές της αγοράς, ώστε να βοηθήσει στην εξισορρόπηση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ