ΒΙΒΛΙΟ

Ο «μίτος» του Γκέοργκ Ζίμελ για τον λαβύρινθο των πόλεων

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γερμανός κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Γκέοργκ Ζίμελ (1858-1918).

GEORG SIMMEL
Μητροπολιτική αίσθηση. Οι μεγαλουπόλεις και η διαμόρφωση της συνείδησης
μτφρ.: Ιωάννα Μεϊτάνη
εκδ. Αγρα, σελ. 84

Με το δοκίμιο για τη «μεγαλούπολη», ο Γκέοργκ Ζίμελ (1858-1918), κύριος εκπρόσωπος μιας «κοινωνιολογίας της κατανόησης», κατάφερε, με αφορμή τη Διεθνή Εκθεση Πόλεων στη Δρέσδη, το 1903, και την ομιλία του για το Ιδρυμα της φαρμακευτικής εταιρείας Gehe, κάτι πολύ παραπάνω από το να θεμελιώσει τον Λόγο γύρω από τις αναδυόμενες ευρωπαϊκές μητροπόλεις, με επίκεντρο το Βερολίνο.

Κατ’ αρχάς, θέτει ουσιαστικά τον θεμέλιο λίθο μιας αστεακής κοινωνιολογίας (urban sociology), που θα εμπλουτιστεί αργότερα, κυρίως, από τη «Σχολή του Σικάγου», αλλά και επιφανείς θεωρητικούς (Γουίρθ, Τζέικομπς, Μίτσερλιχ, Κατσιάρι κ.ά.). Επιπλέον, χαρτογραφεί κοινωνιοψυχ (ολογ)ικά πρώτος τον «λαβύρινθο της πόλης», αποδεσμευόμενος από τις οικονομικές κυρίως προσεγγίσεις των Μαξ Βέμπερ και Βέρνερ Ζόμπαρτ, σε σχέση με τις αλλαγές που επιφέρει η συγκρότηση της μητρόπολης στον ρυθμό της νέας καθημερινότητας, η οποία συγκροτείται με όρους χρηματοοικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης, που λειτουργεί αποξενωτικά στην ψυχική διάθεση των κατοίκων της. Παράλληλα, θα εμπνεύσει μια σειρά, Γερμανοεβραίων πρωτίστως, στοχαστών (Μπένγιαμιν, Κράκαουερ, Εσελ) σε μια δοκιμιακή προσέγγιση του φαινομένου, που θα αναδείξει τον «πλάνητα», μαζί με τον «μπλαζέ» και τον «σνομπ» ως κύριους εκπροσώπους του «πολιτισμού της αδιαφορίας», ένα ευρύτερο θέμα που θα μεταφερθεί αργότερα και στο πεδίο των πολιτισμικών σπουδών.

Απομυθοποιώντας την πόλη, που μέχρι τότε εκλαμβάνονταν ως ο «κοινός τόπος» της οικονομικοκοινωνικής δραστηριότητας, ο Ζίμελ, διεισδύοντας στην καρδιά της γερμανικής πρωτεύουσας και στην ψυχή του νέου κατοίκου της, εγκαθιδρύει κατ’ ουσίαν ένα νέο μύθο: της μητρόπολης ως «θεάτρου της νεωτερικότητας», όπου οι κοινωνικές σχέσεις διαμορφώνονται από τις χρηματικές συναλλαγές στον αστεακό χωρο-χρόνο και στις κλασικές αμφισημίες του Γερμανού στοχαστή (εγγύτης-απόσταση, επιβράδυνση-επιτάχυνση, οικείο-ξένο). Η αισθητηριακή υπερδιέγερση προκαλεί ένα είδος σοκ κι η μητροπολιτική εμπειρία επιφέρει ανατροπές στη μέχρι πρότινος πρόσληψη του (αστεακού) χώρου, στη συμπεριφορά και στις κοινωνικές σχέσεις, όπως επισημαίνει ο Philippe Simay στη διαφωτιστική εισαγωγή, που διαμορφώνουν, αλλά και διαμορφώνονται από μία νέα «οικολογία της αντίληψης».

Στο ίδιο «μήκος κύματος», στην παράδοση των «παρεκβάσεων» (Exkurs), κινείται και το δεύτερο δοκίμιο περί μιας «κοινωνιολογίας των αισθήσεων», που εμπλουτίζει, θεματικά και εκδοτικά, τη «μητροπολιτική αίσθηση».

Ο Ζίμελ διερευνά εδώ τις προϋποθέσεις και τις σημασίες που συνδέονται με την «αμφίδρομη αισθητηριακή αντίληψη» και τις συνακόλουθες αλληλεπιδράσεις, που λειτουργούν ως «γέφυρα», αφού, σύμφωνα με τον συγγραφέα, αυτές οι αλληλεπιδράσεις εξαρτώνται από τις αδιαμεσολάβητες επιρροές μέσω των αισθήσεων (όραση, ακοή, όσφρηση), ακόμα και του ήχου της φωνής και της σημασίας των λεγομένων, όπως επισημαίνει.

Μπορεί στη δομή και τη μηχανική των αισθήσεων το μάτι και τα βλέμματα που ανταλλάσσονται να παίζουν κεντρικό ρόλο στην έκφραση των προσώπων και τις διαμειβόμενες σχέσεις, όμως είναι το οσφρητικό όργανο, σύμφωνα με τον Ζίμελ, που πιθανόν να αντιδράσει άμεσα σε μία ενδεχόμενη συναναστροφή των αντιμαχόμενων κοινωνικών τάξεων: «το κοινωνικό ζήτημα δεν είναι μόνο ηθικό, είναι και ζήτημα μύτης».

Με τη «Μητροπολιτική αίσθηση» επαναπατρίζεται από το γλωσσικό πρωτότυπο το δοκίμιο του Γκέοργκ Ζίμελ –που είχε εκδοθεί το πρώτον (από τα αγγλικά) ως «Πόλη και Ψυχή» (Ερασμος, 1993)–, σε μία εκδοτικά επιμελημένη και συγκροτημένη πρόταση, που κοσμείται στο εξώφυλλο με την εξπρεσιονιστική ξυλογραφία του σημαντικού Βέλγου γραφίστα Frans Masereel.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ