ΕΛΛΑΔΑ

Με το βλέμμα στον κόσμο

ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

O Αριστείδης Αλαφούζος με τον θρυλικό διευθυντή της Washington Post, της «εποχής Watergate», Ben Bradlee.

Το 1997, εννέα χρόνια αφού απέκτησε την «Καθημερινή» μετατρέποντάς την σε μια οικονομικά εύρωστη επιχείρηση και ζωηρή φωνή για τον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας, εκπρόσωποι της εφημερίδας International Herald Tribune προσέγγισαν τον Αριστείδη Αλαφούζο και πρότειναν μια συνεργασία που θα συνδύαζε την καλύτερη διεθνή και ελληνική δημοσιογραφία. Εντός λίγων μηνών, τον Μάρτιο του 1998, η αγγλική έκδοση της «Καθημερινής» ήταν πραγματικότητα, προϊόν κοινοπραξίας μεταξύ «Καθημερινής» και International Herald Tribune, που τότε αποτελείτο από τους New York Times και τη Washington Post.

Ο συνεταιρισμός με δύο ιερά τέρατα της διεθνούς δημοσιογραφίας ίσως να έμοιαζε «ετεροβαρής», αλλά χάρη στο ιδιαίτερο προσωπικό ενδιαφέρον που έδειξε ο Αριστείδης Αλαφούζος και την καθημερινή στήριξή του, το δύσκολο εγχείρημα πέτυχε. Η αγγλική έκδοση της «Καθημερινής» απέδειξε ότι δημοσιογραφία υψηλού επιπέδου από Ελληνες μπορούσε να σταθεί επαξίως δίπλα στα διεθνή ρεπορτάζ και αναλύσεις. Αυτό δεν ήταν τυχαίο. Από τις εβδομάδες που μια μικρή ομάδα δημοσιογράφων ετοίμαζε δοκιμαστικά φύλλα, ο Αριστείδης Αλαφούζος έδειχνε άμεσο ενδιαφέρον. Ηθελε την ελληνική έκδοση να μπορεί να σταθεί δίπλα στις καλύτερες διεθνείς εφημερίδες· η αγγλική έκδοση ήταν τρόπος να δείξει πώς μια εφημερίδα μπορούσε να καλύπτει όλα τα σοβαρά θέματα της Ελλάδας χωρίς να αναλώνεται σε πολιτικές εμμονές και στην καταστροφική συστράτευση με τη μία ή άλλη παράταξη. Η αγγλική έκδοση, η οποία άρχισε ως οκτασέλιδο ένθετο στη Herald, δεν μπορούσε να προδοθεί από αδύναμα ρεπορτάζ και αδόκιμες αναλύσεις –δίπλα στο υλικό των ξένων εφημερίδων–, η φτώχεια θα φαινόταν. Ευτυχώς, η «Καθημερινή» ήταν εφημερίδα στην οποία οι ειδήσεις και τα σχόλια δεν εμπλέκονταν, στην οποία κανόνας ήταν η σοβαρότητα. Αυτό έπρεπε να μεταδοθεί μέσα από την αγγλική έκδοση. Χάρη στο ταλέντο, την αφοσίωση και την εργατικότητα των δημοσιογράφων και των δύο εκδόσεων, καθώς και όλων των άλλων εργαζομένων και στελεχών, αλλά και με την αμέριστη συμπαράσταση των ανθρώπων της Tribune στο Παρίσι, το αποτέλεσμα ήταν αυτό που ο «κύριος Αριστείδης», όπως τον αποκαλούσαμε όλοι, αναζητούσε. (Πρωτεργάτες στο εγχείρημα ήταν ο Θέμης Αλαφούζος, ο Αλέξης Παπαχελάς και η Μάρθα Δερτιλή, μέλος του Δ.Σ.) Η συνέχεια της κοινοπραξίας μετά 19 χρόνια και το ετήσιο συνέδριο Athens Democracy Forum δείχνουν ότι η συνεργασία ανθεί και σήμερα, που η International Herald Tribune εξαγοράστηκε από τους New York Times.

Ενα χρόνο μετά την έκδοση του φύλλου, ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, μέλη της κυβέρνησής του, καθώς και εξέχοντα μέλη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, παρευρέθησαν σε εκδήλωση στην Αίθουσα «Βλάχου» στο παλαιό κτίριο της «Καθημερινής» στην οδό Σωκράτους. Σε μια σύντομη ομιλία προς την πολιτική ηγεσία του τόπου και του προέδρου της ΙΗΤ Peter Goldmark, ο Αριστείδης Αλαφούζος είπε: «Οταν αγόρασα την “Καθημερινή”, ήθελα να κάνω καλό στην Ελλάδα». Απλά και καθαρά λόγια. Και ο χρόνος έδειξε ότι τήρησε αυτή τη δέσμευση. Συνέκρινε την «Καθημερινή» με τις καλύτερες ξένες εφημερίδες συνεχώς και ωθούσε τους εργαζομένους να πετύχουν υψηλούς στόχους. Σημαντικότατο ήταν το γεγονός ότι εξασφάλισε ένα περιβάλλον όπου οι δημοσιογράφοι μπορούσαν να λειτουργούν χωρίς η εφημερίδα να «χρωστάει» σε κανέναν. Οταν αγόρασε την «Καθημερινή» το 1988, ο Αριστείδης Αλαφούζος δεν έκανε ό,τι τόσοι άλλοι εκδότες – να εκμεταλλεύεται την ισχύ του μέσου ενημέρωσης για να εξασφαλίσει δουλειές. Δεν έκανε δουλειές στην Ελλάδα. Αυτό επέτρεψε στην «Καθημερινή» να είναι μια σταθερή φωνή υπέρ της μεταρρύθμισης και της λογικής, ενώ κυβερνήσεις άλλαζαν, ενώ η τύχη της χώρας άλλαζε και τα πάθη φούντωναν. Ο Αριστείδης Αλαφούζος πίστευε ότι η Ελλάδα πρέπει να γίνει πιο παραγωγική ώστε να μπορεί να φροντίζει καλύτερα τους πολίτες της. Πίστευε ότι η Ελλάδα είναι αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης, ότι πρέπει να είναι συνεπής και σοβαρή, ότι οι Ελληνες δεν πρέπει να φοβούνται να αναμετρηθούν με τους καλύτερους.

Ο ίδιος ήταν απόδειξη ότι αυτά που απαιτούσε ήταν δυνατά. Το απέδειξε ως μηχανικός και κατασκευαστής, ως εφοπλιστής, ως εκδότης. Με την αγγλική έκδοση της «Καθημερινής», έγινε συνεταίρος των θρυλικών οικογενειών εκδοτών Sulzberger και Graham, φιλοξενώντας μερικά από τα μέλη τους (καθώς και τον θρυλικό διευθυντή της Washington Post, Ben Bradlee) στη γενέτειρά του Σαντορίνη.

Ο Αριστείδης Αλαφούζος ήταν άριστος και απαιτούσε το ίδιο απο αυτούς γύρω του, είτε ήταν πληρώματα των πλοίων του είτε υπάλληλοι της εφημερίδας που τον απασχολούσε καθημερινώς τα τελευταία 28 χρόνια. Τους ενεθάρρυνε και καμάρωνε με τις επιτυχίες τους. Οταν η Ελλάδα βυθιζόταν στην κρίση, διαβεβαίωνε ότι ο τόπος είχε δει χειρότερα και ότι θα αντέξει και αυτές τις δυσκολίες. Μέσα στη γενική φασαρία και επιπολαιότητα, ο Αριστείδης Αλαφούζος μας κληροδοτεί μια φωνή σταθερή, σοβαρή και αποφασισμένη. Μια φωνή που μπορεί να αντέξει και να δυναμώσει, σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ