ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Καταναγκασμός και απόλαυση

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Η πρώτη Κυριακή που θυμάμαι είναι οι εκλογές στις 18 Οκτωβρίου του 1981. Αν και πλησίαζα τα 10, όλες οι προηγούμενες Κυριακές έχουν σβηστεί από τον σκληρό δίσκο της παιδικής ηλικίας, και ο λόγος είναι μάλλον πως ακολουθούσαν ένα προβλέψιμο «πρωτόκολλο», πανομοιότυπο, νομίζω, για πολλές ελληνικές οικογένειες της μεσαίας τάξης της εποχής: χαλαρό πρωινό χωρίς μαθήματα και άλλες «υποχρεώσεις», μετά επίσκεψη «στον παππού και στη γιαγιά», το μεσημέρι φαγητό κάπου έξω, αργότερα προετοιμασία για τη Δευτέρα στο σχολείο (καθήκον που όσο περνούσαν τα χρόνια εξοβελιζόταν στο τέλος της ημέρας), το απόγευμα παιχνίδι ή λίγη τηλεόραση και το βράδυ η αναπόφευκτη «Αθλητική Κυριακή», με το σήμα της να έχει στοιχειώσει χιλιάδες Έλληνες μαθητές του ’70 και του ’80, που δεν μπορούσαν να χωνέψουν πώς μια τόσο ωραία ημέρα έπρεπε να «γλιστρά» τόσο ύπουλα στο απόλυτο αντίθετό της, τη διαβολική και ανελέητη Δευτέρα.

Αλλά εκείνες οι πρώτες εκλογές μού αποκάλυψαν μια άλλη Κυριακή, χωρίς πρωτόκολλο και οικογενειακούς καταναγκασμούς. Υπήρχε μια έξαψη στον αέρα, οι γονείς μου θα μας έπαιρναν μαζί στο εκλογικό κέντρο κάπου πολύ μακριά από τη γειτονιά μας (γεγονός που για κάποιο λόγο μάς έκανε τρομερά κεφάτους), το σπίτι μας από το απόγευμα θα γέμιζε με κόσμο που θα ερχόταν για να δει «τα αποτελέσματα», και (τελευταίο αλλά καθόλου λιγότερο σημαντικό) την επόμενη ημέρα δεν θα πηγαίναμε σχολείο. Τι άλλο ήθελε το παιδικό μου μυαλό για να μπερδέψει διά παντός τις εκλογικές βραδιές με τη Γιουροβίζιον και τον τελικό ενός Μουντιάλ; Όλα μέσα μου έγιναν ένα, και όχι πολύ αργότερα οι γονείς μου έπρεπε να συνηθίσουν και το παράταιρο θέαμα ενός δωδεκάχρονου που, αντί να παίζει ήσυχα στο δωμάτιό του με το τελευταίο κουτί Playmobil, προσπαθούσε να συγκρίνει εκλογικά αποτελέσματα στον νομό Μαγνησίας και στον νομό Ροδόπης από το 1974 μέχρι το 1981. 

Το χούι δεν έφυγε με τα χρόνια (το αντίθετο, μάλλον), αλλά αυτό που άλλαξε σταδιακά ήταν η σχέση με τις Κυριακές. Ας πούμε στη διάρκεια της εφηβείας, η λεγόμενη «κυριακίτιδα» άρχιζε από το βράδυ του Σαββάτου επιστρέφοντας σπίτι. Στην πραγματικότητα, το «πάρτι» είχε τελειώσει πριν καν αρχίσει: οι προσδοκίες μιας ολόκληρης εβδομάδας είχαν εξατμιστεί μέσα στις 2-3 ώρες που διαρκούσε η βόλτα με τους φίλους στην πλατεία ή στην αίθουσα του συνοικιακού κινηματογράφου, όταν έμπαινες άνετα πια στις ταινίες «κατάλληλες από 13 ετών». Τα έργα ήταν το ίδιο βαρετά με αυτά που έβλεπες στα έντεκα, τα υποτυπώδη φλερτ του Γυμνασίου ναυαγούσαν εν τη γενέσει και η πικρή γεύση της Κυριακής που ξημέρωνε δηλητηρίαζε κάθε ψευδαίσθηση ελευθερίας. Στο πανεπιστήμιο το κυριακάτικο εκκρεμές πήγε και κόλλησε στο άλλο άκρο: με μια δόση υπερβολής κάθε μέρα ήταν Κυριακή, οι παραδόσεις μέσα στην εβδομάδα ήταν ευκαιρία για να ξαναδείς τους νέους, συναρπαστικούς σου φίλους ή για να κανονίσεις το πρόγραμμα των καταπληκτικών εξόδων που θα ακολουθούσαν οπωσδήποτε.

Έχουν περάσει τουλάχιστον 20 χρόνια από τότε και ο 45χρονος εαυτός μου αναρωτιέται φωναχτά σε ποια από τις «Κυριακές» που μόλις κατέγραψε βρίσκεται πιο κοντά σήμερα. Αν και οι παλινδρομήσεις δεν αποκλείονται καθόλου, το καλό μεγαλώνοντας είναι ότι κάθε χρόνος που περνάει σε φέρνει λίγο πιο κοντά σε αυτό που είσαι και σε αυτό που θέλεις (στο καλό σενάριο). Πάντα οι Κυριακές θα έχουν το στοιχείο του καταναγκασμού και της απόλαυσης, και μάλιστα εκνευριστικά ισόποσα πολλές φορές. Αλλά όσο απομακρύνεσαι συνειδητά από τον «μύθο» που κουβαλάνε, τόσο περισσότερες είναι και οι πιθανότητες να απολαμβάνεις μέχρι και τους καταναγκασμούς τους. Ακόμα και όταν δεν το εισπράττεις ακριβώς έτσι. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ