Πλησιάζοντας στο Καρακός και ενώ έχουμε περάσει από πολλές κατεστραμμένες περιοχές, αντικρίζουμε τον επιβλητικό σταυρό που βρίσκεται στην είσοδο της πόλης. Μήνες μετά την απελευθέρωσή της, η Χαμντανίγια, όπως αλλιώς ονομάζεται το Καρακός, παραμένει μια πόλη-φάντασμα και το σκηνικό μοιάζει να είναι βγαλμένο από ταινία καταστροφής. 

Πρόκειται για μια πόλη 50.000 κατοίκων, 20 χιλιόμετρα ανατολικά της Μοσούλης, στο βόρειο Ιράκ, αμιγώς χριστιανική, η οποία εκκενώθηκε τον Αύγουστο του 2014, καθώς το Ισλαμικό Κράτος, που είχε ήδη καταλάβει τη Μοσούλη, είχε κόψει το νερό και επεκτεινόταν προς τα ανατολικά. Σήμερα αποτελεί μήλον της έριδος μεταξύ Κούρδων και Αράβων της χώρας. Τον Οκτώβριο του 2016 ο ιρακινός στρατός την απελευθέρωσε. Έκτοτε παραμένει μια στοιχειωμένη πόλη, με τους κατοίκους της να μην έχουν επιστρέψει. Ακόμη δεν έχει ξεκαθαριστεί αν θα περάσει στον έλεγχο των Κούρδων ή των Ιρακινών.  

Καθώς αρχίζουμε να περπατάμε στην πόλη, συναντάμε την πρώτη κατεστραμμένη εκκλησία. Βλέπουμε τον Αμπίρ και τον Σιράν, οι οποίοι έχουν μόλις φτάσει για να προσευχηθούν, όπως έκαναν και τότε που η πόλη έσφυζε από ζωή. Έρχονται από το Ερμπίλ και τη χριστιανική συνοικία Ανκάβα, όπου βρίσκονται πλέον πολλοί από τους κατοίκους του Καρακός. «Ερχόμαστε καθημερινά και προσπαθούμε να κάνουμε διάφορες εργασίες ώστε κάποια στιγμή να ξανακατοικηθεί η πόλη μας», λένε στο «Κ». Τα σπίτια τους δεν είναι εντελώς κατεστραμμένα, αλλά θέλουν πολλή δουλειά για να κατοικηθούν ξανά. «Όλα λείπουν από μέσα, ήρθαν και μας έκλεψαν τα πράγματα, δεν άφησαν τίποτε όρθιο. Ό,τι δεν μπορούσαν να πάρουν απλώς το κατέστρεφαν...» λέει χαρακτηριστικά ο Αμπίρ.

Βγαίνοντας από την εκκλησία, ένας Ιρακινός στρατιώτης προσφέρθηκε να μας συνοδεύσει στην πόλη. Καθώς αρχίσαμε να περπατάμε σε έναν κεντρικό δρόμο, μας ζήτησε να μην πλησιάζουμε τα κτίρια στο δεξί μας χέρι, καθώς δεν είχαν καθαριστεί από εκρηκτικά και υπήρχε κίνδυνος. Αφού περπατήσαμε μέσα από τον ερειπωμένο κεντρικό δρόμο, βρεθήκαμε στα δικαστήρια, όπου μέχρι πρότινος οι τζιχαντιστές εξαντλούσαν το μίσος τους και εναντίον κατοίκων της Μοσούλης, καθώς το κτίριο εξυπηρετούσε τις «ανάγκες» ολόκληρης της περιοχής. Δίπλα του ένα νοσοκομείο και πιο δίπλα η χριστιανική σχολή. Όλα κατεστραμμένα. Απέναντι ακριβώς, ένα μικρό μαγαζάκι ανοιχτό. Ένας έφηβος με τον πατέρα του μας προσέφεραν πορτοκαλάδα και μας καλωσόρισαν.

Ο Μιχάλ στα 14 του χρόνια αναγκάστηκε να φύγει με την οικογένειά του για το γειτονικό Ερμπίλ, καθώς βλήματα όλμων έπεφταν στις γειτονιές του Καρακός. Τώρα επιστρέφει κάθε μέρα για μερικές ώρες με τον πατέρα του και ανοίγουν το μαγαζί που είχαν, ετοιμάζοντας φαγητό για τους περαστικούς και τους στρατιώτες που βρίσκονται στην πόλη. Στην ερώτησή μου αν φοβάται μου απάντησε με ένα ψυχρό και γρήγορο «όχι» και κοιτάζοντας τον πατέρα του συνέχισε: «Έχω τον πατέρα μου δίπλα μου». Όσο καθόμασταν εκεί, ο Μιχάλ ζωγράφιζε κάτι σε μια χαρτοπετσέτα. Φεύγοντας, του ζήτησα να δω τη ζωγραφιά, αλλά την είχε ήδη πετάξει. Τους αποχαιρετήσαμε και φύγαμε, αλλά αργότερα, ενώ περιπλανιόμουν στα χαλάσματα, άκουσα πίσω μου βήματα. Ήταν ο Μιχάλ. Μου έδωσε μια ζωγραφιά. Είχε ζωγραφίσει μια βαρκούλα με έναν άνθρωπο μέσα να πλέει στη θάλασσα.

Στον επάνω όροφο του Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου υπήρχαν διάσπαρτα κομμάτια από όλμους και σφαίρες. Είναι ο μεγαλύτερος χριστιανικός ναός του Ιράκ και ένας από τους μεγαλύτερους της Μέσης Ανατολής. Μετά την κατάληψη της πόλης από τους τζιχαντιστές, μετατράπηκε σε πεδίο βολής έχοντας προηγουμένως συληθεί. Λίγο πιο πέρα, ο ιρακινός στρατός χρησιμοποιούσε ένα κτίριο ως φυλάκιο. Ο Σάμι, 17 ετών, και ο Γουλιέμ, 20 ετών, ήταν δύο από τους στρατιώτες οι οποίοι έμεναν και παλιά εδώ. Περήφανα μας είπαν ότι προστατεύουν το Καρακός, καθώς στεκόμασταν μπροστά σε μια αλάνα με κατασχεμένα όπλα του Ισλαμικού Κράτους.

Κάπως έτσι συνεχίζεται η ζωή στο Καρακός. Καθημερινά κάτοικοι έρχονται για να δουν τις περιουσίες τους, να προσευχηθούν αλλά και να κάνουν εργασίες. Βέβαια, αυτό απέχει πολύ από την πλήρη αποκατάσταση της ζωής και της καθημερινότητας στην πόλη. Όλα μοιάζουν τόσο εφήμερα σε αυτά τα μέρη. Οι άνθρωποι εδώ δεν μπορούν να κάνουν σχέδια για το μέλλον. Κοιτούν μόνο το τώρα, την κάθε μέρα ξεχωριστά. Όπως και η πλειονότητα των δεκάδων χιλιάδων προσφύγων που πέρασαν ή «κόλλησαν» στη χώρα μας. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ