ΒΙΒΛΙΟ

Πικρολέμονα

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Aν κάτι μας εμποδίζει να λησμονήσουμε την ασυνεπή στάση του Λόρενς Ντάρελ, είναι το γεγονός πως κάθε αυγή εξακολουθούμε να αντικρίζουμε την τουρκική σημαία στη ράχη του Πενταδάκτυλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δ​​εν πάει πολύς καιρός που ξεφυλλίζοντας μια βρετανική εφημερίδα, το βλέμμα μου σκόνταψε σε μια καταχώριση του Τουρκοκυπριακού Οργανισμού Τουρισμού (ή κάποιου παρόμοιου) που διαφήμιζε τα ρόδινα ακρογιάλια της κατεχόμενης Κερύνειας, με ένα λυρικό απόσπασμα από το μυθιστορηματικό χρονικό «Πικρολέμονα» του Λόρενς Ντάρελ.

Υπενθυμίζω πως το εν λόγω βιβλίο γράφτηκε, σχεδόν εν θερμώ, το 1956 και κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο στη Μ. Βρετανία, καρπός της τριετούς παραμονής του συγγραφέα στην Κύπρο και της εμπλοκής του στον αγώνα του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση, από τη νευραλγική θέση του διευθυντή του Γραφείου Πληροφοριών της βρετανικής διοίκησης. Είχε προηγηθεί βεβαίως η σύντομη σταδιοδρομία του στο Παγκύπριο Γυμνάσιο της Λευκωσίας, ως καθηγητή αγγλικών, ή κατ’ άλλους, ως «πράκτορα» και «πληροφοριοδότη του εχθρού».

Στην εμβληματική τετραλογία του «Αλεξανδρινό κουαρτέτο», το πρώτο μέρος της οποίας γράφεται παράλληλα με τα «Πικρολέμονα», μας δίνει συμπληρωματικές εικόνες της ειδυλλιακής νησιωτικής φύσης που τον συνεπήρε: «Eνας ουρανός ίδιο γυμνό ζεστό μαργαριτάρι ως το μεσημέρι, γρύλοι που φωλιάζουν σε σκιερές γωνιές και ο άνεμος που απογυμνώνει τα μεγάλα πλατάνια. Δραπέτευσα σε τούτο νησί, με λίγα βιβλία...».

Το μεσογειακό φως, «φως που διυλίζει το άρωμα της λεμονιάς» και η θάλασσα, «καθώς σμαλτώνει με την υγρασία της τον αιθέρα», είναι η καταφυγή του και συνάμα η νέα πηγή έμπνευσης για να χτίσει τις μυθιστορηματικές ζωές της Τζαστίν και του Μπαλτάσαρ, που έχει στα σκαριά.

«Φίλος του άλλου πολέμου», σύμφωνα με τον ποιητικό χαρακτηρισμό του Γιώργου Σεφέρη, ο Ντάρελ κατεβαίνει από την Κέρκυρα –μαζί με τον Χένρι Μίλερ– στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 1939 και η πρώτη συνάντησή του με τον κύκλο του χαλκέντερου Γιώργου Κατσίμπαλη –τον «Κολοσσό του Μαρουσιού»– πραγματοποιείται, πού αλλού, στο Μαρούσι, μέρα σημαδιακή, 2 Σεπτέμβρη, όταν επιβεβαιώνεται η εισβολή των χιτλερικών στρατευμάτων στην ανυπεράσπιστη Πολωνία. Ο Σεφέρης σημειώνει στο ημερολόγιό του (Μέρες Γ΄) τη νωπή εντύπωση: «Ο Ντάρελ, ένας κοντός στέρεος νέος. Εξυπνο κεφάλι σατιρικού».

Ο Μίλερ, με την κήρυξη του πολέμου θα επιστρέψει στην Αμερική, ο Ντάρελ όμως, σε νέα πια καθήκοντα, θα στρατευθεί ολόψυχα στον συμμαχικό αγώνα. Αυτή την κοινή αντιφασιστική πορεία θα επικαλεσθεί και ο Γιώργος Σεφέρης, στον φίλο του άλλου πολέμου, όταν δεκαπέντε έτη αργότερα αντιληφθεί την υποκριτική στάση του στο κυπριακό ζήτημα.

Εκ των υστέρων, δεν είναι λίγοι εκείνοι στο νησί που θα χρεώσουν στον «φιλέλληνα» Ντάρελ μια σειρά από «προδοτικές πολιτικές»: Από την αναβάθμιση του τουρκικού στοιχείου («το κούρδισμα των αγάδων»), έως την ιδέα του διαμελισμού και τη χάραξη της «πράσινης γραμμής»! Πολιτικές που, σύμφωνα με τους επικριτές του, προσπάθησε να προωθήσει ή να δικαιώσει μέσα από το βιβλίο του «Πικρολέμονα».

Η μεταστροφή του παλιού συνοδοιπόρου πρέπει να προβλημάτισε ιδιαίτερα τον Γιώργο Σεφέρη όταν επισκέφθηκε το νησί και συναντήθηκε μαζί του (διασώζεται και η σχετική φωτογραφία). Ο έτερος Βρετανός φίλος Μορίς Κάρντιφ, που κράτησε εντιμότερη στάση στο θέμα του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα, του εκμυστηρεύτηκε ότι μετά τη θητεία του στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, ο Ντάρελ γύρισε αγνώριστος, για την ακρίβεια «γύρισε εθνικιστής», αυτός που «μούντζωνε τους Εγγλέζους στρατηγούς στο Κάιρο και δήλωνε pacifist!». Βάρυνε στη σκέψη του ο «ψυχρός πόλεμος» ή κάτι βαθύτερο, προσωπικό, που έπρεπε να «ξεπληρώσει» στη λαβωμένη αυτοκρατορία; Ποιος ξέρει. Ο Ντάρελ δεν ξαναμίλησε για την κυπριακή του περίοδο.

Ωστόσο τα «Πικρολέμονα» είναι κι ένα λογοτεχνικό έργο, δημιούργημα ενός ξεχωριστού πεζογραφικού ταλέντου. Πώς λοιπόν ξεχωρίζουμε το έργο από το πρόσωπο, την αποικιοκρατική οπτική από την οπτική της μυθιστορίας; Τα γνήσια καλλιτεχνικά έργα δεν φτιάχνονται με το πολιτικό «πιστεύω» αλλά με το αισθητικό, και το αισθητικό πρόταγμα είναι φανερό ακόμη και στις σελίδες του βιβλίου όπου αδικείται κατάφωρα η ελληνοκυπριακή πλευρά. Η μεταφορική γλώσσα προέχει, είναι διαρκές μέλημα του Βρετανού συγγραφέα, κάτι που δεν λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας όταν κρίνουμε το συγκεκριμένο βιβλίο αλλά και το αψεγάδιαστο «Αλεξανδρινό κουαρτέτο».

Ξανακοιτάζοντας την τουρκοκυπριακή διαφημιστική καταχώριση, συλλογίζομαι ότι έπειτα από εξήντα ολόκληρα χρόνια, αν κάτι μας εμποδίζει να λησμονήσουμε την ασυνεπή στάση του Ντάρελ, δεν είναι κάποιες «ατυχείς» σελίδες του στα γινωμένα πια «Πικρολέμονα», μα το γεγονός πως κάθε αυγή –Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες περαστικοί– εξακολουθούμε να αντικρίζουμε την τουρκική σημαία στη ράχη του Πενταδάκτυλου.

* Τελευταίο βιβλίο του Νίκου Δαββέτα, το μυθιστόρημα «Ωστικό κύμα», εκδ. Πατάκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ