ΜΟΥΣΙΚΗ

Οπερα της μπελ επόκ με ελληνική υπογραφή

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Αφιερωμένη στα εκατό χρόνια από τον θάνατο του Σπυρίδωνος Φιλίσκου Σαμάρα ήταν η συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στις 12 Μαΐου. Στο πλαίσιο του 13ου κύκλου των Ελληνικών Μουσικών Γιορτών παρουσιάστηκε σε συναυλιακή μορφή η όπερα «Η δεσποινίς ντε Μπελ-Ιλ», αποκατεστημένη από τον Βύρωνα Φιδετζή, ο οποίος και διηύθυνε την ορχήστρα. Στην ουσία επρόκειτο για την πρώτη παρουσίαση του έργου στη σύγχρονη εποχή. Η όπερα ανέβηκε για πρώτη φορά στη Γένοβα το 1905 στα ιταλικά με πρωταγωνίστρια την υψίφωνο Λίνα Καβαλιέρι, διάσημη τόσο για τη φωνή όσο και για την ομορφιά της.

Στην Αθήνα δόθηκε στα γαλλικά, τη γλώσσα του πρωτοτύπου. Η υπόθεση του ποιητικού κειμένου του Πολ Μιλιέ, βασισμένη στο ομότιτλο έργο του Αλέξανδρου Δουμά πατέρα, είναι τελείως ανάλογη των «Επικίνδυνων σχέσεων» του Λακλό. Εκτυλίσσεται την εποχή του Λουδοβίκου ΙΕ΄, κατά την οποία η ραδιούργα Μαρκησία ντε Πρι και ο σκοτεινός Δούκας Ρισελιέ παγιδεύουν την αθώα δεσποινίδα Ντε Μπελ-Ιλ και τον αγαπημένο της Ιππότη Ντ’ Ομπινί. Η καλογραμμένη μουσική εντάσσεται ομαλά στην αισθητική των γαλλικών αστικών μελοδραμάτων του τέλους του 19ου αιώνα, έργων που συνέθετε με μεγάλη επιτυχία ο Ζιλ Μασνέ και παρουσίαζε κυρίως η παρισινή Κωμική Οπερα. Ο συναισθηματισμός και ο αισθησιασμός της μουσικής απηχούν την επιτυχία της «Μανόν» (1884) και της «Θαΐδας» (1894) και αντανακλούν τα ιδεώδη της μπελ επόκ. Η πλοκή είναι σαφής και η κορύφωση χτίζεται με τέχνη. Ο Σαμάρας ανταποκρίνεται με μουσική έντονου λυρισμού, στη συνεχή ροή της οποίας περιλαμβάνονται ντουέτα και άριες, που αποδίδουν μουσικά τον χαρακτήρα του εκάστοτε προσώπου.

Τον κεντρικό ρόλο στήριξε με άνετη λυρική φωνή η Αννα Στυλιανάκη, ενώ τη σκοτεινή Ντε Πρι απέδωσε εκφραστικά η Τζούλια Σουγλάκου. Εντυπωσιακή πρώτη ύλη διαθέτει ο τενόρος Φίλιππος Μοδινός: με μεστή και άνετη φωνή λυρικο-δραματικού τενόρου ανταποκρίθηκε χωρίς δυσκολία στις απαιτήσεις της παρτιτούρας. Τον ρόλο του Ρισελιέ ερμήνευσε ο βαρύτονος Νίκος Κοτενίδης παρά την ασθένειά του, ενώ τη διανομή συμπλήρωναν ο Πέτρος Μαγουλάς ως Ντ’ Ομόν και ο Γιάννης Σελητσανιώτης ως Ντ’ Οβριέ.

Τις μεγάλες μουσικές δυνάμεις της Κρατικής Ορχήστρας και των τριών συνεργαζόμενων χορωδιών (του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, την «Opus Femina» και της Εμπορικής Τράπεζας) προφανώς δεν θέλησε να δαμάσει ο Φιδετζής, με αποτέλεσμα να χαίρεται κανείς ένα μεγάλο συμφωνικό ακρόαμα εις βάρος, όμως, των φωνών, οι οποίες παρά την ισχύ τους είχαν συχνά να αντιπαλέψουν δυσανάλογα μεγάλο ήχο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ