ΜΟΥΣΙΚΗ

Πάμε (λοιπόν) σαν άλλοτε...

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Οι Gadgo Dilo είναι μία από τις μπάντες που διασκευάζουν δημιουργικά παλαιές επιτυχίες του ελαφρού τραγουδιού, από Κώστα Γιαννίδη έως Τάκη Μωράκη κ.ά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την Πρωτομαγιά του 2010, δεκάδες αγόρια και κορίτσια χόρευαν σε αθηναϊκές πλατείες στον ρυθμό του σουίνγκ γιορτάζοντας το 1ο Gypsy Jazz Festival - Djangofest. Εκατό χρόνια μετά τη γέννηση του Ντζάνγκο Ράινχαρτ, το αριστοτεχνικό, εγκάρδιο τσιγγάνικο σουίνγκ έμοιαζε να ταιριάζει απόλυτα στην Αθήνα της κρίσης. Γιατί, δηλαδή, ταίριαζαν καλύτερα οι λαμπρές ορχήστρες σουίνγκ στη Νέα Υόρκη του μεσοπολεμικού κραχ; Αλλά μήπως και στις δικές μας, ακόμα πιο δύσκολες στιγμές, δεν στροβιλίζονταν χορεύοντας οι άνθρωποι;

Να, λοιπόν, που τα τελευταία χρόνια, το ελαφρό τραγούδι γνωρίζει την πιο γλυκιά εκδίκησή του. Τραγούδια σαν τα «Ξύπνα, αγάπη μου» και «Πόσο λυπάμαι» του Κώστα Γιαννίδη, «Ζητάτε να σας πω» του Αττίκ, «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη» του Τάκη Μωράκη και άλλα των Γιάννη Σπάρτακου, Μιχάλη Σουγιούλ, Γιώργου Μουζάκη και Μίμη Πλέσσα γνωρίζουν αλλεπάλληλες διασκευές από καλλιτέχνες και νέα συγκροτήματα: Gadgo Dilo, Swing Shoes, Crime Swing Investigation, Μαρίζα Ρίζου, Πέννυ Μπαλτατζή (των Penny and the Swingin’ Cats) κ.ά.

Και όχι μόνο: Την περασμένη εβδομάδα, ο Δώρος Δημοσθένους παρουσίασε στο Passport Κεραμεικός το «Ο Elvis συναντά τον Μουζάκη». Στις 27, 28 και 29 του μηνός ο Γιώργης Χριστοδούλου παρουσιάζει στην Οικία Κατακουζηνού τα άγνωστα τραγούδια που έγραψε ο Αττίκ όσο ζούσε στο Παρίσι. Στις 12 Ιουνίου, στον κήπο της Πειραιώς 260, ο Δαυίδ Ναχμίας προτείνει να ταξιδέψουμε στην παλιά Αθήνα «υπό τις μελωδίες του Αττίκ, της Δανάης, της Βέμπο και του Σουγιούλ». Ενώ κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, από τις 7/6, ο Φοίβος Δεληβοριάς μάς καλεί σε μια σύγχρονη «Μάντρα του Αττίκ» με έναν μόνιμο θίασο από μάγους, μπουρλέσκ χορεύτριες, κορίτσια με κιθαρόνια, αλλά και με γκεστ σταρ από τη Νατάσσα Μποφίλιου έως τον Αργύρη Μπακιρτζή και τον Αγγελο Παπαδημητρίου.

Κάτι από τους ποιητές

«Παρότι καταλάβαινα ότι ο Αττίκ ήταν ιδιοφυΐα και ο Σουγιούλ ένας εξαίρετος μελωδός, το ελαφρό τραγούδι ήταν το τελευταίο που πήρα στα σοβαρά», παραδέχεται ο Φ. Δεληβοριάς. «Ομως, μελετώντας στιχουργούς όπως ο Σακελλάριος και ο Τραϊφόρος, που έγραφαν πλέον και επιθεωρήσεις, είδα ότι διατηρούσαν τον απόηχο του Παλαμά και του Δροσίνη. Υπήρχε στο μέτρο και στη μελαγχολία των στίχων τους κάτι από την ομορφιά των ποιητών του Μεσοπολέμου».

Στη δε μελωδία που τους αγκάλιαζε, υπήρχε μια γενναιοδωρία που δεν έχει ακόμη ξοδευτεί στις δεκαετίες. Εχει την εξήγησή του: Μετά τη μεταπολίτευση, το ελαφρό τραγούδι αντιμετωπίστηκε με πολλή καχυποψία. Η αλήθεια είναι ότι, στη μετριότερη εκδοχή του, καθρέφτιζε όντως την αναλγησία ενός μέρους της αστικής τάξης μπροστά στα κατοχικά αλλά και εμφυλιακά δεινά που ταλάνισαν την ελληνική κοινωνία. Ομως, μαζί με τα ξερά κάηκαν και τραγούδια που ήταν πάντοτε χλωρά, ολόδροσα. Αυτά τα τραγούδια αναβιώνουν σήμερα. Αλλωστε, οι ρυθμοί ταγκό, τσα τσα, σουίνγκ και μάμπο στους οποίους πολύ συχνά ανάλαφρα βαδίζουν, είναι βούτυρο στο ψωμί των σύγχρονων συγκροτημάτων.

«Στη σημερινή επιστροφή του ελαφρού τραγουδιού έπαιξε μεγάλο ρόλο και η κρίση», πιστεύει ο Φ. Δεληβοριάς. «Οπως ακριβώς μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έτσι και τώρα οι άνθρωποι γύρισαν σε μια φτώχεια που δεν είχαν υπολογίσει. Και παιδιά που ήταν έτοιμα να φύγουν έξω να σπουδάσουν, έμειναν εδώ και άρχισαν να παίζουν gipsy swing. Αγκάλιασαν αυτό που λέμε vintage, σαν ζεστό κουκούλι ώσπου να τελειώσει η κρίση. Είναι ένας τρόπος να ξαναέρθει το χρώμα σε μια πόλη που το έχασε».

Το χρώμα, πριν η ζωή καταντήσει μια στυγνή λογιστική – αυτό αποζητά να επαναφέρει η μόδα του ελαφρού τραγουδιού. Με γλυκόπικρη μουσικότητα, αλλά και με χιούμορ, σαν μια ήπια, ευγενική αντίσταση απέναντι στο μούδιασμα που μας έχει καταβάλει. Ισως και απέναντι στο στερεότυπο τραγούδι της διεκδίκησης, που μοιάζει τα τελευταία χρόνια να έχει διαψευσθεί, όσο και η ίδια η διεκδίκηση, όπως, τουλάχιστον, αλαζονικά και ψεύτικα μάς είχε διαφημιστεί.

Ρεμίξ και «πειραγμένα»

Τους τελευταίους 17 μήνες έχουν κυκλοφορήσει 23 cd με παλιά, ελαφρά τραγούδια και αρχοντορεμπέτικα, λέει ο Πέτρος Δραγουμάνος, δημιουργός του πολύτιμου αρχείου «Ελληνική Δισκογραφία» και του musiconline.gr. Το πιο πολυδιασκευασμένο είναι το «Ζητάτε να σας πω», που αριθμεί πάνω από 22 διαφορετικές ηχογραφημένες εκδοχές – από τη Δανάη έως την Αρλέτα, την Τάνια Τσανακλίδου, την Ανδριάνα Μπάμπαλη, τη Μαρίζα Ρίζου, τον Βασιλικό.

Πρωταθλητές των ρεμίξ αναδεικνύονται οι Stereomatic, που έχουν οπλίσει με ηλεκτρονική ρυθμική βάση, μεταξύ άλλων, τις αυθεντικές ηχογραφήσεις των «Αναπνοή μου» (Αλέκα Κανελλίδου), «Αλίμονο σε σένα» (Ζωζώ Σαπουντζάκη) και «Η σκλάβα» (Τζένη Βάνου). Οι σύγχρονοι τραγουδοποιοί φλερτάρουν με το παλιό ελαφρό τραγούδι με πρωτότυπο τρόπο. Ο Στάθης Δρογώσης στο «Ηρθες αργά», οι Φοίβος Δεληβοριάς και Μανώλης Φάμελλος έχουν πει αντίστοιχα τον «Γλάρο» και το «Ας ερχόσουν για λίγο» σαν σύγχρονες, γλυκόπικρες μπαλάντες.

Μετά το «Πόσο λυπάμαι» με τη Σοφία Βέμπο, οι Imam Baildi «πείραξαν» τώρα το «Χαρά μου», το οποίο είχε ξαναφέρει στο προσκήνιο παλιότερα ο Γιώργος Νταλάρας. Διότι μπορεί το ελαφρό ρεπερτόριο να επιστρέφει μέσ’ από νεανικά συγκροτήματα, αλλά πολλοί δημοφιλείς τραγουδιστές το είχαν αναδείξει και στο παρελθόν με ολόκληρα άλμπουμ. Από το «Πάμε σαν άλλοτε» της Μαργαρίτας Ζορμπαλά, το «Latin» του Γ. Νταλάρα και το «Fifties και ξερό ψωμί» του Λουκιανού Κηλαηδόνη. Eνα νέο τέτοιο άλμπουμ είναι το «Χθες το βράδυ», όπου ο τζαζίστας Δημήτρης Καλαντζής συνεργάζεται με τις Ελλη Πασπαλά, Αθηνά Ρούτση, αλλά και την Αλέκα Κανελλίδου στο «Θα ’θελα να ’μουνα εκείνη που αγαπάς».

Η επιστροφή στο ελαφρό ρεπερτόριο είναι διεθνής τάση. Οχι μόνο διάσημοι ερμηνευτές της τζαζ, όπως οι Νταϊάνα Κραλ και Μάικλ Μπουμπλέ, αλλά και σημαντικοί ρόκερ όπως ο Μπράιαν Φέρι και ο Ροντ Στιούαρτ ηχογραφούν εδώ και χρόνια άλμπουμ με μελωδίες του ’30 και του ’40. Ενώ ο Μπομπ Ντίλαν κυκλοφόρησε μόλις ακόμα ένα άλμπουμ, και μάλιστα αυτή τη φορά τριπλό, με τίτλο «Triplicate» με «κλασικά αμερικανικά τραγούδια» – αυτά που η έκρηξη του ροκ στη δεκαετία του ’60 είχε βάλει στο περιθώριο. Αν ζούσε σήμερα ο Φρανκ Σινάτρα, θα χαμογελούσε σαρδόνια...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ