Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Θεανώ Φωτίου: Bolivariana

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Το ξεχώριζε, όποιος είχε την υπομονή να παρακολουθήσει την τριήμερη συζήτηση στη Βουλή. Ξεχώριζε ως σταθερό μοτίβο σε όλες τις ομιλίες των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ: «Σαράντα χρόνια εσείς κυβερνούσατε, εσείς χρεοκοπήσατε τη χώρα». Και η Αριστερά; Τι έκανε αυτά τα σαράντα χρόνια; Με ποια αιτήματα κατέβαινε στους δρόμους; Ζητούσε μήπως περιορισμό των δαπανών που οδήγησαν στη διόγκωση του δημόσιου χρέους;

Το ερώτημα κατά πόσον η Αριστερά διαμόρφωσε –περισσότερο απ’ ό,τι διαμορφώθηκε από– την κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα μετά το ’74 εκκρεμεί. Η απάντησή του δεν μπορεί να είναι πλήρης, προτού η Αριστερά κλείσει τον κυβερνητικό της κύκλο. Ακούγοντας όμως τους βουλευτές της βρίσκει κανείς τα ιδεολογικά ιζήματα της τεσσαρακονταετίας. Βρίσκει τα σχήματα με τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ διάβαζε τη χώρα.

Σαράντα χρόνια συνδικαλίστρια, εντός κι εκτός Πολυτεχνείου, η Θεανώ Φωτίου είναι διακεκριμένος φορέας της συριζαϊκής κουλτούρας. Διακρίθηκε χάρη στη φωνή της, που δεν είχε, βεβαίως, κανένα καθηγητικό λούστρο. Hταν φωνή ακατέργαστου θυμού, που έφτανε το ταβάνι του λυρισμού της σε αλληγορίες όπως η αλησμόνητη περί της σοφίας των γεμιστών.

Με τις ίδιες ατσάλινες φωνητικές χορδές, χάρη στις οποίες διέπρεψε και στην πρωινή ζώνη της τηλεόρασης, η Φωτίου υπερασπίστηκε στη Βουλή τα αντίμετρα, σαν να υπήρχαν. Υπερασπίστηκε τα συσσίτια στα σχολεία έναντι των «πορφυρογέννητων που τα λοιδορούν». Τα υπερασπίστηκε ως εργαλεία όχι μόνο επισιτισμού, αλλά και κοινωνικής μηχανικής: Τα συσσίτια, είπε, καλλιεργούν «αρχές συντροφικότητας μεταξύ των παιδιών». Πώς; Μάλλον με τον ίδιο τρόπο που τα νηπιαγωγεία της Ανατολικής Γερμανίας δίδασκαν συλλογικότητα, υποχρεώνοντας τα νήπια να χρησιμοποιούν ταυτόχρονα, βάσει προγράμματος, τα καθοικάκια τους;

Το πάθος για τα αντίμετρα –η πίστη ότι αυτό που έχει ανάγκη η Ελλάδα είναι επιδόματα φτώχειας και επισιτιστικά προγράμματα– είναι προϊόν της διαχρονικής δυσαρμονίας μεταξύ του αριστερού δόγματος και της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας. Εστω και με ασυνέχειες, τα ταξικά τείχη που η Αριστερά φιλοδοξούσε να φρουρήσει, ρευστοποιούνταν. Η κοινωνία άλλαζε –πλούτιζε, ταξίδευε, μορφωνόταν– αλλά το σχήμα έμενε δογματικά αναλλοίωτο. Εξακολουθούσε να διαιρεί το κοινωνικό σώμα σε Αιγάλεω και Κολωνάκι.

Γι’ αυτό και, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κλήθηκε να κυβερνήσει, έπεσε εύκολα θύμα της ίδιας της δυστοπίας του. Τα στελέχη του είχαν όντως πιστέψει ότι έπρεπε να διασώσουν μια χώρα σε «ανθρωπιστική κρίση». Πίστευαν όντως ότι αυτό που χρειαζόταν μια οικονομία της Ευρωζώνης ήταν προγράμματα σαν τις misiones bolivarianas – τις καμπάνιες του Τσάβες κατά της πείνας και του αναλφαβητισμού.

Οσοι πιστεύουν ακόμη ότι η κυβέρνηση μπορεί να εγγυηθεί την ανάπτυξη μιας ελεύθερης οικονομίας, ζητούν από το κόμμα της Φωτίου να διαγράψει μέσα σε μια νύχτα σαράντα χρόνια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ