Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γιατί δεν ανυπομονώ για το επόμενο ταξίδι μου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Την πρώτη φορά δεν έδωσα σημασία. Τη δεύτερη έπρεπε να υποκριθώ ότι λυπάμαι. Την τρίτη πανηγύρισα κρυφά στις τουαλέτες. 

Μα τι στο καλό είχα πάθει; Τρία ελκυστικά ταξίδια σε ασυνήθιστους προορισμούς είχαν ακυρωθεί περίπου την τελευταία στιγμή. Τρία ταξίδια «για τη δουλειά», με πληρωμένα τα προφανώς ακριβά εισιτήρια και τα τετράστερα ή πεντάστερα ξενοδοχεία μιας πολλά υποσχόμενης διαμονής. 

Από ψηλά ήταν σαν να με είχαν μουντζώσει. Ένα ντόμινο συμπτωματικών ακυρώσεων στη διάρκεια ενός μήνα μού στερούσαν το δικαίωμα σε μία από τις πιο υπερτιμημένες απολαύσεις του σύγχρονου ανθρώπου: να ταξιδεύει. 

Κι εγώ, αντί να στενοχωριέμαι ή να τα βάζω με την κακή μου τύχη, παρακολουθούσα ανήμπορος ένα κομμάτι του εαυτού μου να αγαλλιάζει. Ακριβώς: αντί μελαγχολίας, ένα αλλόκοτο ρίγος ανακούφισης. Αρκούσε να σκεφτώ πόσα είχα αποφύγει (ξύπνημα από τα χαράματα, αφιλόξενα αεροδρόμια, αλλαγές πτήσεων, συμμόρφωση σε ένα βαρετό πρόγραμμα που θα έπρεπε να υπομείνεις μόνο και μόνο επειδή είχες φτάσει έως εδώ με έξοδα τρίτων, κοινωνικοποίηση με το ζόρι, κ.λπ.) και ένα τεράστιο χαμόγελο διαγραφόταν στο πρόσωπό μου. Στη συνέχεια, φυσικά, έπρεπε να υποκριθώ τον στοιχειωδώς στενοχωρημένο σε συναδέλφους και φίλους που μάθαιναν εν συντομία τα νέα. «Κρίμα», φιλικά χτυπήματα στην πλάτη, «τα καλύτερα έρχονται»... Έπαιζα τον ρόλο μου και επέστρεφα στο γραφείο χαρούμενος και γεμάτος ενέργεια.

Στην αρχή τα είχα λίγο χαμένα, γιατί δεν είναι τόσο μακριά οι εποχές που με την παραμικρή υποψία θα μπορούσα να υπομείνω τα πάντα (ή σχεδόν τα πάντα) αν στο τέλος του τούνελ με περίμενε ένα αεροπορικό εισιτήριο με τυπωμένο πάνω το όνομά μου.

Και οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν είναι τα μοναδικά συμπτώματα. Ακούω ανθρώπους που πρέπει να ταξιδεύουν συχνά για τη δουλειά τους και (ξαφνικά) τους λυπάμαι. Φίλοι ανακοινώνουν εκστασιασμένοι το ταξίδι των ονείρων τους («τέσσερις ώρες πτήση μέχρι το Λονδίνο και μετά άλλες 11 μέχρι την...») και αισθάνομαι το σώμα μου να μυρμηγκιάζει. Η φυσική μου αντίδραση είναι να τους συμπονέσω, αλλά συνέρχομαι και θυμάμαι ότι πρέπει να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό τους. «Καλά, φανταστικό, μπράβο!»... Από μέσα μου, φυσικά, χαμογελάω στη σκέψη ότι στην τέταρτη ώρα αναμονής τους στο «Χίθροου», δηλαδή λίγο πριν στριμωχτούν στην οικονομική θέση μιας υπερατλαντικής πτήσης ανάμεσα σε έναν ιεραπόστολο που ροχαλίζει κι ένα βρέφος που ουρλιάζει, εγώ θα είμαι ξαπλωμένος στον καναπέ μου και θα διαβάζω το αγαπημένο μου βιβλίο.

Τι μου συμβαίνει λοιπόν; Δεν έχω καν τη δικαιολογία ότι φοβάμαι τα αεροπλάνα. Γιατί, λοιπόν, ο οργανισμός μου αντιδρά σε κάτι που η συλλογική ανθρώπινη εμπειρία έχει κατατάξει στις θετικές κατακτήσεις της σύγχρονης ζωής; Γιατί ξαφνικά θέλω να καθίσω στα αυγά μου; Και γιατί αυτό ακούγεται τόσο απαράδεκτο;

Πιστεύω ότι συμβαίνουν ταυτόχρονα δύο διαφορετικά πράγματα. Πρώτον, αισθάνομαι ότι είναι τόσο περίπλοκη και απαιτητική η καθημερινότητά μας, που το τελευταίο που χρειάζομαι είναι να προσθέσω κι άλλο άγχος στη ζωή μου. Και τα ταξίδια έχουν το δικό τους μερίδιο στο άγχος, όσο κι αν μισός αιώνας εξιδανίκευσης των «διακοπών» από την καλπάζουσα βιομηχανία του τουρισμού έχει κατορθώσει να μας πείσει για το αντίθετο. 

Φυσικά, παίζει ρόλο το γεγονός ότι μεγαλώνω και δεν είμαι πια 30, αλλά εδώ επεισέρχεται κι ένας δεύτερος κρίσιμος παράγοντας: κι αυτός έχει να κάνει με την παραγνωρισμένη έννοια της αυτοδιάθεσης. Τα επαγγελματικά ταξίδια, κυρίως, βασίζονται στην ιδέα της συναλλαγής: σε καλώ σε ένα ταξίδι που δύσκολα θα έκανες μόνος σου κι εσύ, εκτός από το να γράψεις καλά για μένα, θα πρέπει να συμβιβαστείς με το να διαθέσεις τον χρόνο σου όπως εγώ θεωρώ καλύτερα. Όσο είσαι μικρός, όλα αυτά τα υπομένεις, γιατί υπερισχύουν η περιέργεια να γνωρίσεις τον κόσμο και η «χημεία» της ηλικίας. Μεγαλώνοντας, ο χρόνος γίνεται όλο και πιο πολύτιμος, το καταλαβαίνεις. Και ξαφνικά μια εσωτερική δύναμη αξιολογεί εντελώς διαφορετικά τα πράγματα. Κι εκεί που δεν έχανες ταξίδι για ταξίδι, η ιδέα ότι μπορεί απλώς να κοιτάζεις το ταβάνι του καθιστικού σου την ώρα που θα πετούσες για την άλλη άκρη του κόσμου φαντάζει αφύσικα πιο ελκυστική. Μόνο και μόνο επειδή το διάλεξες εσύ. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ