ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η οικονομία αλλάζει, η Ν.Δ. όχι

ΡΑΝΙΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο ​​στόχος της τελευταίας συμφωνίας της κυβέρνησης με τους θεσμούς είναι ένας και μοναδικός: να βγει η χώρα από την ακραία επιτροπεία που βρίσκεται τα τελευταία 7 χρόνια, με όσο το δυνατόν λιγότερες συνέπειες για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση αποδέχθηκε τη λήψη μέτρων ως αναγκαίο τίμημα για την έξοδο της χώρας από την αυστηρή επιτήρηση. Συμφώνησε όμως και σε μία σειρά αντιμέτρων, η εφαρμογή των οποίων θα αμβλύνει τις συνέπειες του πακέτου μέτρων που θα ισχύσουν μετά το 2018. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η κυβέρνηση κατάφερε να εντάξει στη συμφωνία με τους δανειστές το ζήτημα της διευθέτησης του χρέους.

Η διευθέτηση του ελληνικού χρέους είχε δρομολογηθεί από το 2012, όταν μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου ανακοινώθηκε μεταξύ άλλων ότι «τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. θα εξετάσουν περαιτέρω μέτρα βοήθειας... προκειμένου να επιτευχθεί επιπλέον αξιόπιστη και βιώσιμη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, όταν η Ελλάδα φτάσει σε ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα, όπως οραματίζεται το υφιστάμενο Memorandum of Understanding (MoU), υπό την προϋπόθεση της πλήρους εφαρμογής των όρων που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα». Εντούτοις, η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου δεν κατόρθωσε την εφαρμογή της, όταν προέκυψαν τα πλεονάσματα το 2014. Απεναντίας, ο κ. Βενιζέλος δήλωνε τον Μάρτιο του 2014, μετά το περιβόητο PSI και την αφαίμαξη των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, ότι το «ελληνικό δημόσιο χρέος είναι βιώσιμο, γιατί βρίσκεται κατά το 80% στα χέρια θεσμικών εταίρων και πιστωτών».

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης με τους θεσμούς, η Ν.Δ. και η Δημοκρατική Συμπαράταξη εστίαζαν την κριτική τους στην καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης και απαιτούσαν την άρον-άρον ολοκλήρωση της συμφωνίας στο όνομα της εκταμίευσης των δόσεων και όχι στο περιεχόμενο της συμφωνίας που επεδίωκε η κυβέρνηση. Για εκείνους το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ το συγκεκριμένο μείγμα μέτρων, πολλώ δε μάλλον η επίπτωσή τους στον κόσμο της εργασίας. Το απέδειξαν άλλωστε τα προηγούμενα χρόνια, υπογράφοντας μνημόνια που εκτόξευσαν την ανεργία στο 27,7%, και νομοθέτησαν τη μείωση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Σήμερα, μετά την επίτευξη συμφωνίας με τους πιστωτές της χώρας, Ν.Δ. και Δημοκρατική Συμπαράταξη επικεντρώνονται στο περιεχόμενο της συμφωνίας. Εκφράζουν με περισσή υποκρισία την αγωνία της για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τους άνεργους και τα φτωχά νοικοκυριά, υποστηρίζοντας ότι πλέον καταρρίπτεται ο μύθος της κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς.

Λησμονούν προκλητικά ότι επί των ημερών τους μειώθηκε κατά 28% το μέσο ετήσιο εισόδημα κάθε νοικοκυριού. Δεν λένε λέξη για το γεγονός ότι αυξήθηκαν κατά 56,2% τα νοικοκυριά με ετήσια εισοδήματα κάτω από 10.000 ευρώ, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των δεδομένων των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, οι οποίες υποβλήθηκαν το 2016 και το 2010.

Οι κύριοι της αντιπολίτευσης ξεχνούν. Οι στυγνοί οικονομικοί δείκτες όμως καταγράφουν με ανεξίτηλα χρώματα ότι επί των ημερών τους, όταν εκείνοι διαχειρίζονταν την κρίση, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου απομειώθηκαν από το ετήσιο ύψος των 60 δισ. στα 20 δισ. και το ΑΕΠ κατά 25%. Η Ν.Δ. ισχυρίζεται ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν υποστηρίζει τις μεταρρυθμίσεις και, ως εκ τούτου, εμποδίζει τις επενδύσεις. Συνεχίζει να καταστροφολογεί, αγνοώντας επιδεικτικά τις αλλαγές στα δεδομένα της οικονομίας.

Μπορεί το α΄ τρίμηνο να ήταν αρνητικό όσον αφορά τον δείκτη του ΑΕΠ, κυμάνθηκε δηλαδή στο επίπεδο του 2014, έτος «success story», ωστόσο οι οικονομικοί δείκτες των πρώτων μηνών του 2017 μας επιτρέπουν να αισιοδοξούμε. Καταγράφουν αύξηση της μισθωτής απασχόλησης, άνοδο της βιομηχανικής παραγωγής, του εμπορίου και των εξαγωγών και άνοδο των τουριστικών αφίξεων. Την ίδια στιγμή, τα spreads διολισθαίνουν για πρώτη φορά σε επίπεδα προ κρίσης και οι δείκτες του οικονομικού κλίματος, των επιχειρηματικών και των καταναλωτικών προσδοκιών βελτιώνονται αισθητά.

Οσον αφορά την απασχόληση, τους πρώτους τέσσερις μήνες της φετινής χρονιάς δημιουργήθηκαν 125.000 θέσεις εργασίας. Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση στο πρώτο τετράμηνο του έτους από το 2001 έως σήμερα. Το στοιχείο αυτό έρχεται να προστεθεί στο θετικό ισοζύγιο προσλήψεων-απολύσεων κατά 99.700 θέσεις εργασίας αγια το έτος 2015 και στο θετικό ισοζύγιο προσλήψεων-απολύσεων κατά 136.260 το 2016 (ρεκόρ έτους από το 2001 έως σήμερα).

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ανατρέπεται η αυξητική τάση των ευέλικτων μορφών εργασίας έναντι της πλήρους απασχόλησης, που είχε επικρατήσει επί ημερών Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ (μείωση πλήρους απασχόλησης κατά 20%). Το πληροφοριακό σύστημα Εργάνη κατέγραψε τον Απρίλιο του 2017 αύξηση και επικράτηση του ποσοστού των προσλήψεων με πλήρη απασχόληση, οι οποίες αποτέλεσαν το 54,91% του συνόλου, και μείωση του ποσοστού των προσλήψεων με μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση, που αποτέλεσαν το 45,09% των προσλήψεων.

Πέραν των θετικών εξελίξεων στον τομέα της απασχόλησης, οι οικονομικοί δείκτες τους πρώτους μήνες του τρέχοντος έτους διαψεύδουν την κινδυνολογία που εσκεμμένα και αβάσιμα καλλιεργούν τα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το πρώτο τετράμηνο ο δείκτης οικονομικού κλίματος αυξήθηκε στις 94,1 μονάδες από 90,7 μονάδες που ήταν το ίδιο διάστημα πέρυσι. Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε 9% όταν το ίδιο διάστημα πέρυσι μειώνονταν κατά -0,7% και οι ξένες άμεσες επενδύσεις σχεδόν διπλασιάστηκαν σε 350 εκατομμύρια ευρώ από 183 εκατομμύρια.

Η οικονομία αλλάζει, η Ν.Δ. θα αλλάξει ή θα εξακολουθήσει να εμμένει στη στείρα, παλαιοκομματική, μικροπολιτική αντιπολίτευση; Οσο γρηγορότερα η αξιωματική αντιπολίτευση αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα, προσαρμοστεί και συμβάλει σε αυτήν, τόσο το καλύτερο για την οικονομία και τη χώρα συνολικά.

* Η κ. Ράνια Αντωνοπούλου είναι αναπλ. υπουργός Εργασίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ