ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*

Πώς να αποφύγουμε το πέμπτο μνημόνιο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μ​​ια κρίση ποτέ δεν έχει ένα μόνο αίτιο. Ειδικά μια μεγάλη οικονομική κρίση την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Είναι συχνά δύσκολο να ξεχωρίσουμε τα αίτια από τις αφορμές και τα συμπτώματα. Αλλά αν δεν γίνει με σαφήνεια αυτός ο διαχωρισμός η θεραπεία είναι αδύνατη.

Στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης αυτή η σύγχυση οδήγησε και οδηγεί σε λανθασμένες λύσεις, σε μυωπικές πολιτικές και σε μια απελπιστική στασιμότητα. Η διάρκεια της κρίσης πλησιάζει τη δεκαετία και ακόμα δεν φαίνεται να έχουμε αντιληφθεί ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η αφορμή ήταν η παγκόσμια κρίση, που αποσταθεροποίησε την Ευρωζώνη και ιδιαίτερα τους αδύναμους κρίκους μιας ανεπαρκούς νομισματικής ένωσης γεμάτης στρεβλώσεις. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι οι πυροδοτικοί μηχανισμοί ήταν τα δύο ελλείμματα (στον προϋπολογισμό και στο εμπορικό ισοζύγιο) και το μέγεθος του δημόσιου χρέους. Ομως αυτά ήταν απλώς τα συμπτώματα. Οι αιτίες είναι άλλες, και δυστυχώς οι θεραπείες που εφαρμόστηκαν δεν μπόρεσαν να τις αντιμετωπίσουν.

Με δύο λόγια: η Ελλάδα δεν είναι μια ανοικτή ανταγωνιστική οικονομία και δεν έχει το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για οικονομική ανάπτυξη. Αν δούμε όλες τις κατατάξεις οικονομικής ελευθερίας, ανοικτότητας αγορών και ανταγωνιστικότητας θα διαπιστώσουμε κάτι θλιβερό: η χώρα μας παραμένει τελευταία στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Μετά από επτά χρόνια «μεταρρυθμίσεων», τρία μνημόνια και άφθονες δόσεις «νεοφιλελευθερισμού», η Ελλάδα παραμένει μια κλειστή οικονομία.

Τι θα πει αυτό; Μια οικονομία όπου το κράτος αντί να εποπτεύει την οικονομική δραστηριότητα και να τη ρυθμίζει ώστε να λειτουργεί ο ανταγωνισμός, την καταπνίγει. Το πετυχαίνει με πράξεις και παραλείψεις. Στις πράξεις περιλαμβάνονται η υπερρύθμιση και η υπερφορολόγηση, ένα κακής ποιότητας ρυθμιστικό περιβάλλον και ένα απαράδεκτα πολύπλοκο και άδικο φορολογικό σύστημα. Στις παραλείψεις ξεχωρίζει η ανοχή προς τα ολιγοπώλια που συχνά αναβαθμίζεται σε καθαρή προστασία. Τα εμπόδια στην είσοδο σε νέους επιχειρηματίες ή τα αντικίνητρα σε ξένους επενδυτές έχουν μοναδικό σκοπό να διαφυλάξουν συγκεκριμένα συμφέροντα από τον ανταγωνισμό. Το ίδιο συμβαίνει και με ισχυρούς επαγγελματικούς κλάδους αλλά και συνδικάτα του δημόσιου τομέα. Το φαινόμενο που ονομάζεται προσοδοθηρία συνεχίζει να κοστίζει ακριβά στην ελληνική οικονομία. Προσοδοθηρία είναι το κέρδος που πετυχαίνεις όχι σε μια ανταγωνιστική αγορά αλλά σε μια αγορά που είναι ρυθμισμένη προς όφελός σου.

Ομως αυτή η κλειστή αγορά δεν μπορεί να παράγει πλούτο. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αναδιανέμει τον ήδη υπάρχοντα, υπέρ αυτών που συνεχίζει να προστατεύει ο ιδιόμορφος ελληνικός κορπορατισμός. Η ανοικτή αγορά είναι ο μηχανισμός που παράγει πλούτο, που δημιουργεί θέσεις εργασίας, που εξασφαλίζει την καινοτομία, που αναζωογονεί την κοινωνία, που χρηματοδοτεί (μέσω των φόρων) τη δημόσια διοίκηση και το κράτος πρόνοιας.

Η χώρα μας πάσχει γενικότερα από έλλειψη του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου για οικονομική ανάπτυξη. Το πλαίσιο αυτό πρέπει να εξασφαλίζει την προστασία της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων, την (ταχεία) εφαρμογή των συμβάσεων, την αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης, το απαραίτητο εποπτικό πλαίσιο, ένα υψηλής ποιότητας ρυθμιστικό περιβάλλον, επαρκείς δημόσιες υπηρεσίες, κίνητρα για επενδύσεις, ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας και χαμηλό επίπεδο διαφθοράς. Η Ελλάδα δεν διαθέτει, δυστυχώς, «ανοικτούς» θεσμούς, αλλά «κλειστούς» (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία των Ντάρον Ατζέμογλου και Τζέιμς Ρόμπινσον από το βιβλίο τους «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη»): ατροφία βασικών θεσμών του Κράτους Δικαίου, φαινόμενα ανομίας, ατελής προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα αργή εφαρμογή των συμβάσεων από τα δικαστήρια, εμπόδια στον ανταγωνισμό εις βάρος των καταναλωτών, πολυνομία, απουσία εποπτείας. Η ύπαρξη (και ειδικά η αφθονία) αυτών των κακής ποιότητας θεσμών δεν είναι ποτέ τυχαία. Εχει σκοπό να προστατεύσει τις ομάδες ειδικών συμφερόντων, αυτές που ο Μανκιούρ Ολσον ονομάζει «αναδιανεμητικές συσπειρώσεις».

Παρότι είναι προφανές τι συμβαίνει στη χώρα μας και τι χρειάζεται να γίνει για να ξεπεραστεί η κρίση, εμείς παραμένουμε στάσιμοι. Από το 2010 μέχρι σήμερα τα τρία μνημόνια (ιδιαίτερα το τρίτο) αποτελούνται από σκληρά μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα και πολύ λιγότερο από θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Γιατί οι κυβερνήσεις προτιμούν τα πρώτα και όχι τις δεύτερες; Διότι τα πρώτα συνίστανται σε αύξηση των φόρων και σε οριζόντιες περικοπές χωρίς διάκριση. Διαχέονται δηλαδή στην κοινωνία, επί δικαίους και αδίκους, αδιαφορώντας για τα αντικίνητρα και τις στρεβλώσεις που δημιουργούν, ελαχιστοποιώντας όμως το πολιτικό κόστος.

Αντίθετα οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα των αγορών πλήττει πάντα κατοχυρωμένα συμφέροντα και κοινωνικές ομάδες κατά τεκμήριο ισχυρές, που αποτελούν επικίνδυνους πολιτικούς αντιπάλους. Γι’ αυτό τον λόγο ακόμα και οι μεταρρυθμίσεις που συμπεριλαμβάνονται στα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους είναι συνήθως ημιτελείς, εφαρμόζονται πλημμελώς ή καταργούνται στην πράξη.

Αυτή η μυωπική πολιτική οδήγησε μέχρι τώρα σε τέσσερα μνημόνια. Αν συνεχιστεί θα οδηγήσει στο πέμπτο. Για να το αποφύγουμε γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε: να απελευθερώσουμε επιτέλους την πιο κλειστή αγορά της Ευρωπαϊκής Ενωσης και να τη στηρίξουμε με ανοικτούς, αποτελεσματικούς θεσμούς. Αλλά χρειάζεται κάτι επιπλέον: πολιτικό θάρρος.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι αν. καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το βιβλίο του «Φιλελευθερισμός» κυκλοφορεί στη σειρά «Μικρές Εισαγωγές» των Εκδόσεων Παπαδόπουλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ