Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Μια αναπάντεχη παραδοχή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Φ​​αίνεται ότι η εξασθένηση της πολιτικής πίστης, ο μειωμένος βαθμός της ισχύος της, εγκαθιστά μια μικρή αιχμή στην πολιτική κρίση, την καθιστά πιο σκωπτική, ενώ δεν επιτρέπει στο υποκείμενό της να εθελοτυφλεί. H απόπειρα του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου κατά τη συζήτηση του πολυνομοσχεδίου, να κατευνάσει τα πνεύματα στη Βουλή με λίγο πνεύμα («έτσι κι αλλιώς μόνοι μας είμαστε, οι εννέα στους δέκα στην Ελλάδα βλέπουν “Survivor” αυτή την ώρα, οπότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να έχουμε εντάσεις»), ήταν η πρώτη ευθεία παραδοχή από το κυβερνητικό επιτελείο, της πολυδιαπιστωμένης έκπτωσης της πολιτικής, που συνοψίζεται στις δύο κοινές πικρές αλήθειες. Πρώτη: δεν υπήρχε καμία αμφιβολία στο ευρύ ακροατήριο, παρά τις διαδηλώσεις για την τιμή των όπλων, ότι το συμπληρωματικό μνημόνιο θα ψηφιζόταν. Δεύτερη: η συντριπτική πλειονότητα των νέων (αυτοί βλέπουν «Survivor») δεν ενδιαφέρεται διόλου για την πολιτική.

Ομως είναι ακόμη άτονο, σαθρό το ενδιαφέρον για την πολιτική; Θα έλεγε κανείς ότι μάλλον έχει επιστρέψει, μόνο που εκφράζεται με αλλιώτικους τρόπους, και σφόδρα ανησυχαστικούς και ελπιδοφόρους, για παράδειγμα με την πεισματική άρνηση να εντοπιστούν οι διαφορές μεταξύ των πολιτικών σχηματισμών, με τη διολίσθηση σε ακροδεξιές θέσεις, εν γένει στον λαϊκισμό που αρνείται τον πλουραλισμό, αποκλείει τους αντιπάλους από τον «λαό», πρεσβεύει ότι υπάρχει μόνο μία ορθή λύση, αλλά και με τη δραστηριοποίηση σε περιφερειακά πεδία, την εφόρμηση σε μικρούς καθημερινούς αγώνες – π.χ. για το περιβάλλον, τα δικαιώματα, τους πρόσφυγες κλπ.· κινήματα εντούτοις, που όταν έρθει η ώρα της κάλπης, μάλλον ενισχύουν παρά αφαιμάσσουν τα υφιστάμενα κόμματα.

Ετσι η πολιτική, παρά τις ποιοτικές μετατοπίσεις του εκλογικού σώματος, επιμένει να ανασυνθέτει καθημερινά τη συμβατική εικόνα της, να αναδημιουργεί την απόσταση που τη χωρίζει από την κοινωνική βάση και το σήμερα, να συνεχίζει να ρίχνει φάλτσες μπαλιές σε άδειο γήπεδο. Οι πολυμασημένες μισές πολιτικές αλήθειες, οι υπεραπλουστεύσεις, οι δημαγωγικές κοινοτοπίες («περνάμε σε μια θετική ατζέντα και για τη χώρα και για την κοινωνία»), οι ετοιμοπαράδοτες γνώμες απέχουν δραματικά από τη σύνθετη πραγματικότητα του οικονομικού λαβυρίνθου, των χρηματοπιστωτικών δικτύων, των γεωπολιτικών ανακατατάξεων, του ψηφιακού κολοσσού. Αυτή η απόσταση από τα δρώμενα, η λείανση των αιχμών (λέξη δεν είπε ο κ. Τσίπρας για αφορολόγητο και περικοπές) είναι που κάνουν το πολιτικό παρόν και μέλλον να μοιάζουν με ευμετάβολα επιφαινόμενα του ίδιου κακού, είναι που συντηρούν την άποψη περί απαξίωσης της πολιτικής, περί της αδυναμίας της να οικοδομήσει μια διάφανη κοινωνία, περισσότερο δίκαιη, ευημερούσα. Και όμως. Μολονότι ο κομματικός αρχηγός παραμένει για πολλούς ένα «κομματικό ζώο», ανειλικρινές στις διακηρύξεις του, που υποκρίνεται προκειμένου να δικαιολογεί τις ενέργειές του, οι πολίτες, από τους πολιτικούς που απαξιώνουν αναμένουν ένα καλύτερο μέλλον.

Αρα; Τα πάντα είναι καρπός της τύχης και της ανάγκης, πίστευε ο Ηράκλειτος. Ωστόσο, δεν μοιάζει να γιγαντώνεται αυτή η ανάγκη. Δεν διαφαίνεται ένα τέλος εποχής, ένα πολιτικό περιβάλλον εν διαλύσει, ώστε το πνεύμα να ξαναβρεί έναν νέο σφυγμό. Και αναπαράγονται οι νοθογενείς θέσεις, οι ατιμώρητες ματιές στις αδιαφανείς πηγές, τα ψεύδη. Αν κάτι ποικίλλει, είναι μόνο η μεγάλη ή μικρή τους γονιμότητα. Ενας παφλασμός στην τρικυμία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ