Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Η αξιολόγηση της αξιολόγησης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αν ο πρωθυπουργός βάλει, τελικά, γραβάτα, να σκεφτεί ότι θα χρειαστεί πολλές ακόμη μέχρις ότου δούμε την ελληνική οικονομία να ανασαίνει από το άγος του κράτους. Γιατί, αξιολογώντας τις νέες μνημονιακές ρυθμίσεις που ενέκρινε η Βουλή, χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη τη μεσοπρόθεσμη διευθέτηση του χρέους, εύκολα μπορεί κανείς να πει ότι το πραγματικά σημαντικό είναι ότι έκλεισε, επιτέλους, μια κάποια συμφωνία με τους «θεσμούς». Ισως τώρα να κερδίσουμε την επιστροφή στη σχετική σταθερότητα. Αυτή που επί τόσους μήνες διασαλεύθηκε. Με αποτέλεσμα βεβαίως την επιστροφή της οικονομίας στην παγίδα της ύφεσης, την πέμπτη βύθιση από τότε που τα πράγματα γύρισαν άσχημα για την Ελλάδα, ενάμιση χρόνο προτού μπούμε σε καθεστώς μνημονιακής «πτώχευσης».

Ο απολογισμός του δωδεκαμήνου που ξόδεψε η κυβέρνηση σε συζητήσεις με τους Ευρωπαίους, αρχικώς και, μετά τον Νοέμβριο, με το Ταμείο, με μόνους συμμετέχοντες τα μέλη της κεντρικής επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, είναι απογοητευτικός.

Η οικονομία γύρισε προς το χειρότερο, η μόνη ελπίδα εξόδου από την ύφεση είναι η τουριστική φουσκοθαλασσιά. Αλλά και οι προοπτικές, όπως τις περιγράφει το σχέδιο οικονομικής πολιτικής όσων συνέταξαν το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Πολιτικής (ΜΠΔΣ 2018-2021), είναι χειρότερες από εκείνες που είχαμε διασφαλίσει το 2014. Μόνον στην τετραετία 2015-18, μέρος της οποίας είναι ήδη γνωστό, χάθηκαν 90 δισ. ευρώ ΑΕΠ, επειδή ο κ. Τσίπρας επεδίωξε να περάσει απίθανες φαντεζί πολιτικές προτού επιστρέψει στην οδό της λιτότητας.

Η αποτυχία που συνοδεύει τη δεύτερη αξιολόγηση θα έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις. Αν η σημερινή πλειοψηφία είχε μείνει πιστή στον σχεδιασμό του προηγούμενου ΜΠΔΣ, η άνοδος των επενδύσεων θα είχε ήδη καταγραφεί στη διετία ’15-’16 και μάλιστα με ρυθμό πιο ζωηρό από το +11% που περιμένουμε για το ’18 ή το +12% που εκτιμά το ΜΠΔΣ για το 2019.

Το πρόγραμμα Τσίπρα δεν στηρίζεται σε μια άνευ όρων επιστροφή σε υψηλούς και αυτοσυντηρούμενους ρυθμούς ανάκαμψης. Δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, πέραν της δημοσιονομικής αυστηρότητας, επειδή δεν στηρίζεται στην προσέλκυση και προστασία μιας επιχειρηματικής άνοιξης. Μπορεί ο πρωθυπουργός να ομνύει, όταν βρίσκει ευήκοα ώτα, στην άνευ όρων προσέλκυση επενδυτών. Δείχνει όμως να προτιμά τις διακρατικές συνεννοήσεις. Αυτό δείχνει η προεξοφλούμενη πώληση της «Εθνικής Ασφαλιστικής» στους «Κινέζους». Των αεροδρομίων στη Fraport. Της σιδηροδρομικής υποδομής στην ιταλική Ferrovie dello Stato. Αλλά και οι προτιμησιακές σχέσεις με άγνωστα στην κοινωνία ρωσικά συμφέροντα, ας ελπίσουμε πιο αξιόπιστα από αυτά που υποστηρίζουν τον ιδιοκτήτη της αποτυχημένης βιομηχανίας σιγαρέτων του πάλαι ποτέ Πασοκικού κρατισμού.

Μπορεί, τυπικά, η αξιολόγηση όσων διατάξεων, μέτρων και αντιμέτρων ψήφισε η Βουλή, να μην ισοδυναμεί με «τέταρτο» μνημόνιο, όπως ευπειθώς αναφέρει η αντιπολίτευση, μιμούμενη παλαιότερες συριζαϊκές κορώνες. Προσφέρει όμως απαισιόδοξα μηνύματα σε όσους περιμένουν από την Ελλάδα να δείξει ότι, επιτέλους, έχει βρει τον δρόμο που ακολούθησαν και ήδη αξιοποιούν όλες οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η «ελληνική εξαίρεση», με την οποία έκανε καριέρα ο κ. Τσίπρας, από τότε που μπήκε υποψήφιος πρόεδρος για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η επίκληση της κοινωνικής Ευρώπης, οι ιδεοληπτικές καταδίκες μιας δήθεν νεο-φιλελεύθερης λιτότητας, δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν ότι η κυβέρνηση συμφώνησε τελικά με τους εταίρους σε υπερβολικούς φόρους. Δεσμεύτηκε να επιτύχει υπερβολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα. Και όμως, σε σύγκριση με το προηγούμενο Μεσοπρόθεσμο, που προέβλεπε πληρωμή τόκων επί του χρέους ύψους 40 δισ. στην τετραετία ’15-’18, τελικώς θα πληρώσουμε «μόνον» 24 δισ., διαφορά που δείχνει πόσο ελαφρύτερα ήταν τα βάρη που χρειάστηκε να διαχειριστεί αυτή η κυβέρνηση. Αν δεν είχε συντρίψει την εύθραυστη ισορροπία που κληρονόμησε, αν είχε δεχτεί να επεκτείνει χωρίς άλλες περιπλοκές την προληπτική πιστωτική γραμμή που με ασφάλεια θα μας οδηγούσε εκτός μνημονίου, η Ελλάδα θα είχε βγει από την κρίση.

Το πραγματικό προνόμιο στο οποίο μπορεί να ελπίζει ο πρωθυπουργός, στην αμέσως επόμενη περίοδο, είναι μια νέα συμφωνία με το ΔΝΤ που θα σφραγίσει την πρόσβαση των τραπεζών στην επέκταση της νομισματικής χρηματοδότησης. Η παροχή QE, επειδή περιορίζει τον φόβο της αγοράς μπροστά στον κίνδυνο «Ελληνικό Δημόσιο», μπορεί να μας πάει στις αγορές με τουλάχιστον 2 εκατοστιαίες μονάδες χαμηλότερα αλλά, σε κάθε περίπτωση, δύο μονάδες υψηλότερα από την Πορτογαλία. Η έξοδος από την κρίση δεν είναι ακόμη ορατή, όσο κι αν ο κ. Τσίπρας αυτοαναφλέγεται στη σκέψη ότι θα διασώσει την παράταξή του διά του συμβιβασμού της με τις μνημονιακές πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ