ΕΛΛΑΔΑ

Χούντα και αστικός πολιτικός κόσμος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ*

Από αριστερά, Γεώργιος Μαγκάκης, Γεώργιος Μαύρος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Παναγής Παπαληγούρας στη δίκη της «Δημοκρατικής Αμυνας».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Το πραξικόπημα του 1967 αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της μακράς ιστορίας των στρατιωτικών επεμβάσεων στην Ελλάδα. Και τούτο γιατί για πρώτη φορά, μετά τη δικτατορία του Πάγκαλου το 1925, μέρος του στρατεύματος κατέλαβε την εξουσία όχι για να την παραδώσει στη συνέχεια σε μία από τις αντιμαχόμενες πολιτικές μερίδες, αλλά προκειμένου να την ασκήσει το ίδιο. Ποιες όμως ήταν οι ρίζες και οι εκφάνσεις της στάσης που κράτησαν οι δικτάτορες έναντι του πολιτικού κόσμου της χώρας κατά την περίοδο της παντοδυναμίας τους;

Η ακριβής επιρροή της μεταξικής δικτατορίας στους Απριλιανούς παραμένει ώς σήμερα ένα αντικείμενο που χρήζει μεγαλύτερης διερεύνησης. Πιθανότατα, πάντως, η επίδραση της 4ης Αυγούστου δεν ήταν ασήμαντη στην αρνητική στάση των νεαρών τότε αξιωματικών προς τα πολιτικά κόμματα, καθώς το αυταρχικό καθεστώς συνοδεύθηκε από την παύση ανάμειξης των ενόπλων δυνάμεων στην πολιτική μετά τα αλλεπάλληλα κινήματα του μεσοπολέμου.

Εξίσου καθοριστικές στη διαμόρφωση της πολιτικής αντίληψης των μετέπειτα δικτατόρων ήταν οι εξελίξεις της ταραγμένης δεκαετίας του 1940. Ο έξαλλος αντικομμουνισμός τους (απόρροια της εμπειρίας του εμφυλίου πολέμου) ενισχύθηκε από τη συμμετοχή τους και στον παντοδύναμο ΙΔΕΑ. Ο Ιερός Δεσμός, όμως, εκτός από την άτεγκτη στάση έναντι του ΚΚΕ πρόβαλλε και την ανάγκη έλλειψης πολιτικής επέμβασης στα εσωτερικά του στρατεύματος. Καθώς ο ΙΔΕΑ λόγω του εμφυλίου έγινε αποδεκτός από τους πολιτικούς της χώρας ως ισότιμος συνομιλητής και με την Αριστερά να ηττάται όχι σε εκλογές μα στο πεδίο της μάχης, ήταν αναμενόμενο το κύρος των κομμάτων να μειωθεί ραγδαία.

Οι επίδοξοι δικτάτορες στην περίοδο μετά τον Εμφύλιο

Παρά την παντοδυναμία της Κεντροδεξιάς μετά τις εκλογές του 1952, ο Παπαδόπουλος και η ομάδα του, που μορφοποιήθηκε γύρω στο 1954-55, εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι οι κομμουνιστές απολάμβαναν ελευθερία δράσης και ότι ισχυροποιούνταν συνεχώς. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι συνωμότες ήταν αμετάκλητα στραμμένοι στη λύση μιας δικτατορίας που θα ακολουθούσε ουδετερόφιλη εξωτερική πολιτική, ώστε να οδηγηθούν οι ΗΠΑ σε φιλελληνικότερες θέσεις. Οι παπαδοπουλικοί ήδη ένιωθαν πιο άξιοι ως μελλοντικοί κυβερνήτες λόγω της ηθικής τους ανωτερότητας έναντι των συλλήβδην «διεφθαρμένων» πολιτικών, που παράλληλα (στα μάτια των αξιωματικών) ήταν υπερβολικά ανεκτικοί προς την Αριστερά.

Αν για τους συνωμότες η ΕΡΕ (το κόμμα που φαινομενικά ήταν πιο κοντά τους ιδεολογικά) παρουσιαζόταν αδύναμη έναντι των κομμουνιστών, η στάση τους έναντι του κεντρώου χώρου ήταν ακόμη σκληρότερη. Η συμπόρευση Κέντρου και Αριστεράς και οι καταγγελίες για τον ρόλο του στρατού στις εκλογές του 1961 αντιμετωπίστηκαν ως έσχατη ύβρις, ενώ οι μαζικές αντιμοναρχικές διαδηλώσεις του 1965-1967 ως πρελούδιο κομμουνιστικής εξέγερσης. Το αποφασιστικό βήμα προς την απαξίωση και της ΕΡΕ δόθηκε κατά τη σύντομη διακυβέρνηση του Π. Κανελλόπουλου τον Απρίλιο του 1967. Ο φόβος της επικράτησης ενός «Λαϊκού Μετώπου» στις επερχόμενες εκλογές μπορεί να ήταν κοινός για συνωμότες και υπουργούς, αλλά η δυναμική κίνηση που ο Παπαδόπουλος και οι συν αυτώ ανέμεναν (ή υποτίθεται πως ανέμεναν) δεν έφτασε. Η ώρα της υποκατάστασης των πολιτικών από τον στρατό επήλθε την 21η Απριλίου 1967.

Απόπειρα απαξίωσης του συνόλου των πολιτικών

Tις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου η επιβολή της δικτατορίας συνοδεύθηκε από μαζικές συλλήψεις μελών όλων των πτερύγων του Κοινοβουλίου. Ο πρωθυπουργός Π. Κανελλόπουλος και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γ. Παπανδρέου, ο Α. Παπανδρέου και ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Π. Παπαληγούρας είναι μερικοί από όσους συνελήφθησαν και σύντομα εκτοπίστηκαν. Επειτα από ένα διάστημα οι περισσότεροι αφέθηκαν ελεύθεροι, αν και οι Κανελλόπουλος και Γ. Παπανδρέου παρέμειναν σε κατ’ οίκον περιορισμό μέχρι το δημοψήφισμα του 1968. Οσο για τον Α. Παπανδρέου, ήταν ο μόνος που παρέμεινε στη φυλακή καθώς εκκρεμούσαν εις βάρος του οι κατηγορίες για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, αν και τελικά συμπεριλήφθηκε στη γενική αμνηστία του 1967.

Από την πρώτη στιγμή οι πραξικοπηματίες έδωσαν με σαφήνεια το στίγμα τους έναντι του πολιτικού κόσμου. Στο διάγγελμα με το οποίο απευθύνθηκαν στον ελληνικό λαό, για να δικαιολογήσουν την εκτροπή κι ενώ θα περίμενε κανείς πρώτα και κύρια την επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου, αντιθέτως ως πρώτες αιτίες της επέμβασης του στρατεύματος τέθηκαν η αδίστακτη κομματική συναλλαγή, η κατάρρευση των θεσμών και ο εξευτελισμός του Κοινοβουλίου. Ολα τα κόμματα έπαψαν να λειτουργούν.

Μέσα στα επόμενα χρόνια οι δικτάτορες είχαν αρκετές ευκαιρίες για να χαράξουν διαχωριστικές γραμμές απέναντι στο κοινοβουλευτικό σύστημα και τους εκπροσώπους του. Η πρώτη και βασική ήταν η κατηγορία ότι οι πολιτικοί υπήρξαν φαυλοκράτες και κυβερνούσαν βασιζόμενοι στη διαφθορά συνειδήσεων. Η επάρατη συναλλαγή παρουσιαζόταν σύμφυτη με τα κόμματα και τον τρόπο λειτουργίας τους. Η δεύτερη κατηγορία προς τους πολιτικούς ήταν αυτή της άμεσης ή έμμεσης βοήθειας προς την Αριστερά, καθώς παρουσιάζονταν ως αρχομανείς και αδιάφοροι απέναντι στην κομμουνιστική απειλή, ακυρώνοντας τις στρατιωτικές επιτυχίες της δεκαετίας του 1940. Η τρίτη κατηγορία ήταν αυτή για ανικανότητα. Οι πολιτικοί, στο περιθώριο προσωρινά, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την καθυστέρηση της χώρας σε σχέση με τον προηγμένο κόσμο ή την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ουδεμία μορφή συνεργασίας με το καθεστώς

Η ευκαιρία για ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τους πολιτικούς δόθηκε στη διαδικασία εκπόνησης του «Συντάγματος» του 1968. Πρόταση της Επιτροπής Μητρέλια που συνέταξε το προσχέδιο ήταν ο αποκλεισμός από τις πρώτες εκλογές όσων είχαν εκλεγεί βουλευτές με κόμματα που είχε απαγορευθεί η λειτουργία τους, μετά την 21η Απριλίου 1967. Επιπλέον, καθώς είχε συμφωνηθεί πως όλοι οι βουλευτές δεν θα εκλέγονταν πάνω από τρεις φορές, προτάθηκε η αναδρομική εφαρμογή της σχετικής ρήτρας και για το διαλυθέν Κοινοβούλιο. Υπέρ της σχετικής πρότασης τάχθηκαν υπουργοί χωρίς πολιτική πείρα, τεχνοκράτες και καθηγητές Πανεπιστημίου, εκτιμώντας ότι η ριζική «αναμόρφωση» της Πολιτείας που επαγγελλόταν η 21η Απριλίου δεν μπορούσε να υλοποιηθεί με την παρουσία φθαρμένων προσώπων στη νομοθετική εξουσία. Προφανώς φιλοδοξούσαν να αποτελέσουν την καινούργια ελίτ που, εκμεταλλευόμενη την ισχύ των στρατιωτικών, θα προωθούσε το πρόγραμμά της. Από την άλλη, υπήρξαν ορισμένοι υπουργοί που επιχείρησαν να αμβλύνουν τις αντιθέσεις, υπενθυμίζοντας ότι (πέραν των αδυναμιών τους) τα κόμματα είχαν και θετική συνεισφορά στην ιστορική πορεία της χώρας ή ότι το πελατειακό σύστημα δεν μπορούσε να εκριζωθεί με μία απλή Συντακτική Πράξη. Ο Παπαδόπουλος υποστήριξε ότι τα κόμματα ήταν καταδικασμένα στη συνείδηση της κοινής γνώμης και ότι έπρεπε να δοθεί ένα σαφές μήνυμα έναρξης καινούργιου πολιτικού βίου. Κι όμως, ενώ η πλειοψηφία των υπουργών τάχθηκε υπέρ του αποκλεισμού των παλαιών πολιτικών, ο παντοδύναμος δικτάτορας δεν περιέλαβε τη συγκεκριμένη ρήτρα στο τελικό σχέδιο «Συντάγματος», ακυρώνοντας τη συλλογιστική που ο ίδιος ανέπτυξε στους υφισταμένους του.

Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Παπαδόπουλος εφάρμοσε μια παρόμοια τακτική ρητορικής απαξίωσης των κομμάτων και του κοινοβουλευτισμού. Υποστήριζε δημοσίως πως οι αποτυχημένοι πηδαλιούχοι του εθνικού σκάφους θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι από την ήπια αντιμετώπισή τους και να μη διατυπώνουν κανενός είδους κριτική στη διακυβέρνησή του. Την ίδια ώρα στις συνεντεύξεις του σε ξένα μέσα ενημέρωσης έδινε επανειλημμένως υποσχέσεις για επιστροφή σε ομαλή κοινοβουλευτική ζωή, υποσχέσεις που αναιρούσε με δηλώσεις του στο εσωτερικό επικαλούμενος την έλλειψη πολιτικής αγωγής των Ελλήνων ή διεθνή προβλήματα. Απολύτως αναμενόμενα, με εξαίρεση τον Π. Πιπινέλη που ανέλαβε υπουργός Εξωτερικών μετά το βασιλικό κίνημα του 1967, ο πολιτικός κόσμος απέφυγε κάθε μορφή συνεργασίας με το καθεστώς. Ετσι, όταν το 1971 ο Παπαδόπουλος έτεινε χείρα φιλίας εγκαινιάζοντας σειρά επαφών με βουλευτές των αστικών κομμάτων, όσοι από αυτούς έσπευσαν να εκφρασθούν με κολακευτικά λόγια για τη δικτατορία ήσαν ελάχιστοι και ακόμη λιγότεροι όσοι χρησιμοποιήθηκαν σε υπουργικές θέσεις.

Σταδιακά το παλαιό πολιτικό προσωπικό, εκμεταλλευόμενο και τη χαλάρωση της λογοκρισίας, εξέφραζε όλο και πιο εμφατικά τη διαφωνία του για την παράταση της δικτατορικής εκτροπής με διάφορους τρόπους. Αλλοτε διά συνεντεύξεων σε ξένα μέσα ενημέρωσης, άλλοτε με διακηρύξεις προς ξένες προσωπικότητες και άλλοτε με την παρουσία πολιτικών ως μαρτύρων υπεράσπισης σε δίκες αντιστασιακών οργανώσεων (χαρακτηριστική περίπτωση οι καταθέσεις των Π. Κανελλόπουλου, Γ. Μαύρου, Κ. Καλλία, Ιω. Κουτσοχέρα και άλλων υπέρ των κατηγορουμένων της «Δημοκρατικής Αμυνας» το 1970). Η πλέον αποτελεσματική συνηγορία για τον πολιτικό κόσμο προήλθε από τον Γ. Ράλλη. Οταν την 25η Μαρτίου του 1971 το διάγγελμα του καθεστώτος υπέδειξε τους πολιτικούς ως υπεύθυνους για την αποτυχία εκπλήρωσης των πόθων του έθνους, το κορυφαίο στέλεχος της ΕΡΕ ήταν εκείνο που έγραψε και εξέδωσε ένα βιβλίο με το οποίο υπερασπίσθηκε τα πεπραγμένα όλων των εκλεγμένων κυβερνήσεων της χώρας από τον Ιω. Καποδίστρια έως και τον Γ. Παπανδρέου.

«Φιλελευθεροποίηση» και δικτατορία του Ιωαννίδη

Το έτος που οι σχέσεις μεταξύ καθεστώτος και πολιτικού κόσμου μπήκαν σε νέες βάσεις ήταν το 1973. Το κίνημα του Ναυτικού ώθησε τον Παπαδόπουλο σε στροφή προς το αντιπροσωπευτικό σύστημα, καθώς επήλθε ρήξη με τη μοναρχία και οι πιέσεις των Αμερικανών για ένα κάποιο κοινοβούλιο εντείνονταν. Η στροφή αυτή βέβαια ήταν παντελώς υποθηκευμένη, καθώς οι υπερεξουσίες με τις οποίες συνδέθηκε το αξίωμα του «Προέδρου της Δημοκρατίας» και η ύπαρξη του Συνταγματικού Δικαστηρίου περιόριζαν τις δυνατότητες παρέμβασης των πολιτικών στη διακυβέρνηση της χώρας. Αν και δήλωνε αδιάφορος για τη στάση των παλαιών κομμάτων έναντι της πολιτειακής μεταβολής, ο Παπαδόπουλος φρόντισε να αυξηθεί ο αριθμός των βουλευτών από 150 (βάσει της πρόβλεψης του 1968) σε 200 με την ελπίδα να τα δελεάσει και να κατέλθουν στις επερχόμενες εκλογές. Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης ήταν εκείνος που έλαβε το μεγάλο ρίσκο να τεθεί επικεφαλής στην απόπειρα πολιτικοποίησης του καθεστώτος, ενώ ορισμένοι από τους δικτάτορες έβλεπαν έξαλλοι τους απόβλητους πολιτικούς να γίνονται αιφνιδίως παράκλητοι.

Μολονότι μια μερίδα του πολιτικού κόσμου φάνηκε να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα για συμμετοχή σε εκλογές, οι εσωτερικές αντιδράσεις στο στράτευμα που εκμεταλλεύθηκε ο Δημήτριος Ιωαννίδης οδήγησαν στην ανατροπή του διδύμου Παπαδόπουλου-Μαρκεζίνη. Η νέα κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου, ώς τη στιγμή της κατάρρευσής της απλά σταμάτησε κάθε συζήτηση περί κοινοβουλίου και εκλογών και επανέφερε τη ρητορική απαξίωσης των πολιτικών. Οι «φαύλοι», οι «ανίκανοι», οι «ελαστικοί» έναντι των κομμουνιστών θα αναζητούνταν εναγωνίως πάλι τον Ιούλιο του 1974 για να σώσουν τη χώρα από το χείλος του γκρεμού, όπου οι «εθνοσωτήρες» στρατιωτικοί παρ’ ολίγον να ρίξουν...

* Ο Δημήτρης Παπαδιαμάντης είναι διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Εθνικού-Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ