ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η λύση της ιδιωτικής ασφάλισης και η επόμενη μέρα

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν κάτι μπορεί να εγγυηθεί η ιδιωτική ασφάλιση, είναι ότι τα χρήματα που αποταμίευσες θα τα πάρεις πίσω στο ακέραιο. Αυτή είναι άλλωστε και η λογική του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, που βασίζεται στην ανταποδοτικότητα των εισφορών. Η βασική αυτή αρχή συνοδεύεται όμως από δεσμεύσεις και από την πλευρά του ασφαλισμένου, ο οποίος πρέπει να παραμείνει στο πρόγραμμα για όσο διάστημα έχει συμφωνηθεί, δηλαδή για 10, 20 ή 30 χρόνια. Ακόμη όμως και αν δεν εξαντλήσει όλη τη συμφωνηθείσα διάρκεια, πρέπει να παραμείνει στο πρόγραμμα για μια υπολογίσιμη περίοδο, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 10 ή 15 χρόνια. Αν τηρήσει αυτή τη δέσμευση, το πρόγραμμα αυξάνει σταδιακά κάθε χρόνο την αξία του. Αν όχι, δηλαδή αν «σπάσει» το συμβόλαιο πρόωρα, το ποσό που θα πάρει υπολείπεται των χρημάτων που έχει δώσει. Οι βασικοί τύποι ασφαλιστικών προγραμμάτων είναι:

•Με εγγυημένη απόδοση, π.χ. 2%.

•Χωρίς καμία εγγύηση.

•Συνδυασμός, π.χ., με εγγύηση κεφαλαίου ή χωρίς εγγύηση, αλλά που μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς μπορούν να κλειδώσουν προς όφελος του ασφαλισμένου την απόδοση που επιτυγχάνει η ασφαλιστική εταιρεία σε συγκεκριμένο χρόνο.

Η αξία ενός ασφαλιστικού προγράμματος είναι πάνω από όλα ο συστηματικός τρόπος αποταμίευσης, ακόμη και με μικρά ποσά, τα οποία όμως μπορούν να συγκροτήσουν μια συμπληρωματική σύνταξη. Η πειθαρχία είναι άλλη μια βασική αρχή της ασφάλισης, που αξίζει να εμπιστευθείς στους ειδικούς, αφού είναι σαφές ότι όσο συνεπής και αν είναι κάποιος, πολύ δύσκολα μπορεί να τηρήσει με ευλάβεια τη συνήθεια της αποταμίευσης χωρίς παρεκκλίσεις. Εξίσου βασικό είναι ότι πάνω στο αποταμιευτικό πρόγραμμα χτίζεται συνήθως και μια ασφάλιση ζωής και έτσι τα χρήματα, και μάλιστα στο σύνολό τους, θα εισπραχθούν από την οικογένεια. Αυτός είναι άλλωστε και ένας από τους λόγους που η αξία εξαγοράς τα πρώτα χρόνια ενός συμβολαίου υπολείπεται αυτών που πληρώνει ο ασφαλισμένος. Η διαφορά που προκύπτει είναι ουσιαστικά το απόθεμα που κρατάει η εταιρεία για την κάλυψη του θανάτου. Ενας δεύτερος λόγος είναι τα διαχειριστικά κόστη που επιβαρύνουν τα προγράμματα αυτά, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, και τα οποία φθίνουν με την πάροδο των ετών για να μηδενιστούν κοντά στη λήξη.

Η κρίση πάντως δεν έχει επηρεάσει μόνο τα δημόσια συστήματα ασφάλισης. Αν και όχι με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή σε ό,τι αφορά τα αποθεματικά, που για μεν το Δημόσιο είναι ανύπαρκτα, τη στιγμή που αυτά των ασφαλιστικών εταιρειών στη χώρα μας φθάνουν περί τα 15 δισ. ευρώ, βέβαιο είναι ότι η σκιά που βαραίνει τον χώρο της ιδιωτικής ασφάλισης είναι σήμερα η αβεβαιότητα. Αυτό μεταφράζεται σε χαμηλά επιτόκια και χαμηλές εγγυημένες αποδόσεις ή ακόμη και σε αποστροφή του κινδύνου, δηλαδή σε προϊόντα που δεν φέρουν καμία εγγύηση. Ετσι το 2% είναι το ανώτερο εγγυημένο επιτόκιο που μπορεί κάποιος να βρει σήμερα στην ελληνική αγορά και παρά το γεγονός ότι δεν ακούγεται αρκετά ελκυστικό, σε κάθε περίπτωση είναι ανώτερο από τα τραπεζικά επιτόκια, που βρίσκονται στο 0,5% ή ακόμα και χαμηλότερα, καθιστώντας ουσιαστικά την αποταμίευση αρνητική.

Τα ασφαλιστικά προϊόντα εγγυημένου επιτοκίου εξασφαλίζουν στις περισσότερες περιπτώσεις και συμμετοχή του ασφαλισμένου στην απόδοση που θα πετύχει η εταιρεία, πέραν της εγγυημένης π.χ. 2%, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα μιας καλύτερης απόδοσης. Ετσι, εάν κάποιος αποταμιεύει επί 35 χρόνια 995 ευρώ τον χρόνο, θα λάβει στο τέλος της περιόδου ένα εφάπαξ ποσόν της τάξης των 35.910 ευρώ, ενώ αν η απόδοση που θα πετύχει η εταιρεία φτάσει το 4%, τα χρήματα που εγγυημένα θα λάβει στο τέλος της 35ετίας θα είναι 40.315 ευρώ.

Το γεγονός ότι οι αποδόσεις είναι χαμηλές έχει στρέψει άλλωστε την αγορά σε επενδυτικά προγράμματα τα οποία στην πλειονότητά τους δεν έχουν εγγυήσεις, αλλά μπορούν να μεγιστοποιήσουν την απόδοση, ανάλογα με το ρίσκο ή όχι που ενσωματώνουν, παρότι τα επενδυτικά προϊόντα δεν προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός μεγάλου κεφαλαίου. Το ποσόν μπορεί να είναι εφάπαξ και να είναι μικρό –ακόμη και 1.000 ευρώ– ενώ αρκετά διαδεδομένα είναι τα προγράμματα που μπορεί κάποιος να προσθέτει κεφάλαια ανά τακτά ή όχι χρονικά διαστήματα, π.χ. κάθε εξάμηνο ή χρόνο. Πρόκειται δηλαδή είτε για ασφαλιστικά προγράμματα εφάπαξ καταβολής ή περιοδικών καταβολών και τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από μια επενδυτική επιλογή μέσα από την αγορά μεριδίων.

Ανεξάρτητα από το ποιο προϊόν θα επιλέξει κάποιος, αυτό που έχει σημασία είναι να διαλέξει μια αξιόπιστη ασφαλιστική εταιρεία, κάτι που με μικρές εξαιρέσεις η ελληνική ασφαλιστική αγορά μπορεί πλέον να το εγγυηθεί με μεγάλο βαθμό βεβαιότητας. Η διαφάνεια είναι ένα επίσης πολύ βασικό κριτήριο στην επιλογή του προϊόντος, κυρίως γιατί πρέπει να έχει πλήρη γνώση για το πού επενδύονται τα χρήματά του προκειμένου να γνωρίζει και το ρίσκο που αναλαμβάνει. Οι ασφαλιστικές εταιρείες στη χώρα μας είναι σε πολλές περιπτώσεις μέλη μεγάλων ομίλων και είναι σε θέση να εγγυώνται χαμηλό διαχειριστικό κόστος, δίνοντας έτσι στον πελάτη το μεγαλύτερο μέρος της απόδοσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ