ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θετική εισήγηση από Τόμσεν για την αξιολόγηση του προγράμματος

ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ

«Το πρόγραμμα αντιμετωπίζει κάποια δύσκολα και ευαίσθητα θέματα στο ασφαλιστικό και στο φορολογικό. Αυτά είναι καλά νέα», τόνισε ο Πόουλ Τόμσεν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ - ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Παρά τις αποστάσεις που παραμένουν, στις Βρυξέλλες εκφράζεται ιδιαίτερη αισιοδοξία για επίτευξη συμφωνίας στο επόμενο Eurogroup στις 15 Ιουνίου. Και ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει καμία ανησυχία για το κατά πόσον θα γίνει εκταμίευση της δόσης τις επόμενες εβδομάδες, το βασικό πρόβλημα που προκύπτει είναι ποια θα είναι ακριβώς η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, καθώς οι αποστάσεις για το πρωτογενές πλεόνασμα που θα πρέπει να πετύχει η Ελλάδα από το 2023 και μετά είναι πολύ μεγάλες.

Ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Πόουλ Τόμσεν, αναμένεται να δώσει θετική εισήγηση για την αξιοπιστία και εφαρμογή του προγράμματος που συμφωνήθηκε και ο ίδιος δήλωσε χθες πως «το πρόγραμμα αντιμετωπίζει κάποια δύσκολα και ευαίσθητα θέματα στο ασφαλιστικό και στο φορολογικό. Αυτά είναι καλά νέα, καθώς αποτελεί ένα πρόγραμμα που μπορεί να υποστηρίξει το ΔΝΤ. Είμαι χαρούμενoς που έχουμε μία συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο που μπορούμε να υποστηρίξουμε».

Ομως, εκεί που το ΔΝΤ ακόμα δεν μπορεί να δώσει τη σφραγίδα του είναι όσον αφορά τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Και αυτή είναι πολύ σημαντική, γιατί έτσι θα μπορέσει να προχωρήσει και η ΕΚΤ στην έγκριση για συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE). «Δεν είναι απολύτως απαραίτητο» εξηγούσε Ευρωπαίος αξιωματούχος στην «Κ», αλλά «αν το ΔΝΤ κρίνει το ελληνικό χρέος βιώσιμο, τότε θα είναι πολύ πιο εύκολο και για την ΕΚΤ να δώσει το “πράσινο φως”» τόνιζε ο ίδιος. Χωρίς την απόφαση για QE δεν μπορεί να λειτουργήσει και το αφήγημα της κυβέρνησης που περιλαμβάνει την ελάφρυνση του χρέους, τη συμμετοχή στο QE και την επιστροφή στις αγορές. Ετσι, ο Αλ. Τσίπρας διατρέχει τον κίνδυνο να μην έχει να παρουσιάσει τίποτα θετικό ως αντίβαρο σε μία πολύ βαριά συμφωνία που θα πρέπει να υλοποιήσει η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.

Αυτή τη στιγμή, το χάσμα στα δημοσιονομικό που χωρίζει Ευρωπαίους και ΔΝΤ είναι πως το Ταμείο παραμένει σταθερό στην άποψη ότι πάνω από 1,5% πρωτογενές πλεόνασμα μακροπρόθεσμα μέχρι το 2060 η Ελλάδα δεν μπορεί να εμφανίζει. Για τους Ευρωπαίους το πρωτογενές πλεόνασμα δεν μπορεί να είναι λιγότερο από 2% του ΑΕΠ, γι’ αυτό και στο τελευταίο προσχέδιο της συμφωνίας αναφερόταν ότι η Ελλάδα θα πρέπει να πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 2% μέχρι το 2060 (μέχρι το 2022 έχει συμφωνηθεί ότι η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα στο 3,5% του ΑΕΠ). Ο κίνδυνος που διατρέχει η Ελλάδα είναι να μην αποφασιστεί η ελάφρυνση του χρέους τώρα αλλά στο προσεχές μέλλον, καθώς το γερμανικό Κοινοβούλιο φαίνεται να μπορεί να δεχθεί μία υποσχετική δήλωση από το ΔΝΤ ότι θα εκταμιεύσει στο μέλλον για να προχωρήσει και το ίδιο στην απόφαση εκταμίευσης της δόσης. Το ΔΝΤ θα μπορούσε να συμμετάσχει πλήρως στο πρόγραμμα όταν εφαρμοστούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, δηλαδή το 2018, όταν λήξει το ελληνικό πρόγραμμα αλλά τότε μπορεί να είναι πολύ αργά για το θετικό αφήγημα της κυβέρνησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ