ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εύθραυστη η Ευρωζώνη παρά την ανάπτυξη, προειδοποιεί η ΕΚΤ

Η ΕΚΤ τονίζει πως το Brexit, δηλαδή η απόφαση των Βρετανών να αποχωρήσουν από την Ε.Ε., «προστίθεται στους παράγοντες που προκαλούν πολιτική αβεβαιότητα».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Επανήλθαν στο προσκήνιο οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους στην Ευρωζώνη το τελευταίο εξάμηνο, λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας που προκαλείται από ορισμένες χώρες, κυρίως από τις ΗΠΑ, επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στην εξαμηνιαία έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Παραμένει πιθανή μια ανατροπή των συνθηκών στις αγορές κρατικών ομολόγων που μπορεί να οδηγήσει, για παράδειγμα, σε πτώση των τιμών και άνοδο των αποδόσεων. Σημειωτέον ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αναμένεται να αυξήσει περαιτέρω το βασικό επιτόκιο εντός του έτους, επαναφέροντας σταδιακά το κόστος δανεισμού σε φυσιολογικά από τα σχεδόν μηδενικά επίπεδα των προηγούμενων ετών.

Δεν έχει σημειωθεί, παράλληλα, πρόοδος στο μέτωπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ορισμένα κράτη-μέλη, κυρίως στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Ιταλία, την Πορτογαλία και τη Σλοβακία.
Αν και η ανάκαμψη στην Ευρωζώνη επεκτείνεται και ενισχύεται κατά τη διάρκεια του τελευταίου εξαμήνου, ορισμένοι εσωτερικοί παράγοντες μπορεί να ενέτειναν την πολιτική αβεβαιότητα, όπως το ύψος του δημόσιου χρέους ορισμένων χωρών-μελών και η ανησυχία για την ολοκλήρωση του προγράμματος στην Ελλάδα. Παρότι τα περισσότερα κράτη-μέλη βρίσκονται σε τροχιά ανάκαμψης, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι υπάρχουν έντονες διαφορές μεταξύ των οικονομιών της Ευρωζώνης. Η Ευρωτράπεζα αναφέρει ότι η ανεργία στη Γερμανία βρίσκεται στο 3,9% και στην Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα (23,2%).

Η ΕΚΤ προειδοποίησε, παράλληλα, ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης παραμένουν ευάλωτες σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, το οποίο μαζί με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια απειλεί την κερδοφορία τους. Ενα από τα διαρθρωτικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες της Ευρωζώνης είναι ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση στις πηγές των εσόδων τους. Οπως σχολιάζει το πρακτορείο Bloomberg, η Ιταλία είναι μια από τις ευάλωτες χώρες-μέλη της Ευρωζώνης. Η ιταλική οικονομία, μια από τις μεγαλύτερες της Ευρωζώνης, παρουσιάζει υψηλό χρέος και η κυβέρνηση ακόμα δεν έχει ολοκληρώσει το σχέδιο διάσωσης της προβληματικής τράπεζας Banca Monte dei Paschi di Siena. Η Ενωση Βιομηχάνων της Ιταλίας (Confindustria) ανακοίνωσε χθες πως η χώρα θα πρέπει να προετοιμαστεί για τη στιγμή που η ΕΚΤ θα αποφασίσει να τερματίσει το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων. Αυτό προϋποθέτει λήψη άμεσων μέτρων για τη μείωση του χρέους μέσω ιδιωτικοποιήσεων και πώλησης κρατικών ακινήτων, τόνισε ο πρόεδρος της Confindustria Βιντσέντσο Μπόκια. Οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι πλησιάζει η στιγμή που η ΕΚΤ θα σημάνει τον τέλος της επεκτατικής νομισματικής στην Ευρωζώνη.

Η ΕΚΤ τονίζει επίσης πως το Brexit, δηλαδή η απόφαση των Βρετανών να αποχωρήσουν από την Ε.Ε., «προστίθεται στους παράγοντες που προκαλούν πολιτική αβεβαιότητα». Εντούτοις, οι επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα θα είναι ήπιες αν οι τράπεζες θωρακιστούν με τα κατάλληλα εφόδια, αναφέρεται στην έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η Ευρωτράπεζα θεωρεί πως είναι μικρή η πιθανότητα να υπάρξουν εμπόδια στην πρόσβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών μετά την απομάκρυνση της Βρετανίας από την Ε.Ε. Αυτό επανέλαβε και ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Βίτορ Κονστάντσιο, ο οποίος θεωρεί πως το Brexit δεν μπορεί να πλήξει σε μεγάλο βαθμό την υφιστάμενη ανάκαμψη στην Ευρωζώνη. Γεγονός είναι ότι αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, από τη Φρανκφούρτη μέχρι το Δουβλίνο, επιδιώκουν να αναλάβουν δραστηριότητες που εκτελεί το Σίτι του Λονδίνου.

Τα προβλήματα των μικρομεσαίων

Βασικό μέλημα των μικρομεσαίων στην Ευρωζώνη είναι η εύρεση πελατών. Σύμφωνα με τη 16η έκδοση της έρευνας της ΕΚΤ για την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε πιστώσεις (SAFE), είναι η πρώτη φορά που επισημαίνεται πως το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον ευνοεί την προσφορά πιστώσεων. Οι μικρομεσαίες αναφέρθηκαν σε μια γενικευμένη βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2016 μέχρι τον Μάρτιο του 2017.

Η έρευνα της ΕΚΤ στηρίζεται σε 11.724 επιχειρήσεις, εκ των οποίων οι 10.712 έχουν λιγότερους από 250 υπαλλήλους. Η πλειονότητα έκανε λόγο για αύξηση τζίρου, που όμως δεν οδηγεί σε ενίσχυση της κερδοφορίας τους. Ο λόγος δεν είναι άλλος από τη δυσκολία εύρεσης πελατών, που σημαίνει πως οι μικρομεσαίες δεν μπορούν να μετακυλίσουν την άνοδο των δαπανών στους πελάτες τους. Η ανάκαμψη των επενδύσεων, ωστόσο, έχει βελτιώσει την κατάσταση του χρέους των μικρομεσαίων, με τους επικεφαλής να συνεχίζουν τις προσπάθειες απομόχλευσης. Η ΕΚΤ σημειώνει πως η οικονομική κατάσταση των μεγάλων επιχειρήσεων είναι ισχυρότερη σε όρους τζίρου και κερδοφορίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ