Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Ευάγγελος Βενιζέλος: Τσερνομπίλ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

«​​Εχουμε πάει σε τόσες εκδηλώσεις που, ακόμη κι όσοι δεν γνωριζόμαστε ήδη μεταξύ μας, αναγνωριζόμαστε εξ όψεως. Σε λίγο θα χαιρετιόμαστε στον δρόμο». Από το ύφος δεν μπορούσες να διακρίνεις αν ο αυτοσαρκασμός υπερτερούσε του σαρκασμού. Ο φανατικός ακόλουθος του βενιζελικού Κύκλου, βγαίνοντας από την προχθεσινή εκδήλωση για το χρέος, διαπίστωνε, πάντως, μια πραγματικότητα: Από αμφιθέατρο σε αμφιθέατρο και από φουαγιέ σε φουαγιέ, το ακροατήριο του Βαγγέλη Βενιζέλου έχει αρχίσει να αποκτά συνοχή λέσχης. Λέσχης χωρίς πρωτόκολλο, χωρίς κόμμα, αλλά με αβίαστη ιδεολογική –ει μη και ηλικιακή– ομοιογένεια.

Ετσι και προχθές στο ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο της Εθνικής Τράπεζας. Το κοινό που είχε συνωστισθεί για να παρακολουθήσει την παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Βενιζέλου («Μύθοι και αλήθειες για το δημόσιο χρέος») συγκροτούνταν από τους ήδη πεπεισμένους – από ανθρώπους που ήταν μάλλον εξοικειωμένοι με το περιεχόμενο του μικρού τόμου πριν καν από την έκδοσή του.

Ο σκοπός της έκδοσης είναι, άλλωστε, ομολογημένα, όχι να πρωτοτυπήσει, αλλά να παιδαγωγήσει. Αν το PSI είναι, όπως είπε ο συγγραφέας, «κομμάτι της Ιστορίας του Εθνους», σκοπός είναι να αρθεί το κομμάτι στο βάθρο που του αξίζει, μέσω της μνημειοποίησης των παρεμβάσεων του Βενιζέλου για το θέμα.

Ο ίδιος πάντως δεν έμεινε στη μεγαληγορία για το παρελθόν – και ας απείλησε να τον παρασύρει ο Χαρδούβελης, που προέβλεψε ότι στο μέλλον «οι μορφωμένοι ξένοι θα γνωρίζουν την Ελλάδα για τον αρχαίο πολιτισμό της και το νεοελληνικό PSI». Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει το χρέος ως παρόντα πολιτικό κίνδυνο.

Το χρέος είναι το Τσερνομπίλ του λαϊκισμού – ένας αντιδραστήρας εθνικολαϊκιστικών δοξασιών που εξερράγη στις πλατείες του 2011 («δεν χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε») και εξακολουθεί να εκπέμπει δογματική ακτινοβολία, έστω και εξασθενημένη. Ο απόηχος εκείνων των δοξασιών εξακολουθεί να καθορίζει τις –αφηγηματικές, ως επί το πλείστον– προτεραιότητες της κυβέρνησης.

Το ίδιο το θέμα είναι τόσο δυσπρόσιτο για τον μη ειδικό, που προσφέρεται για πολιτική σπέκουλα. Το ερώτημα είναι πώς αντιμετωπίζεται σήμερα, έπειτα από επτά χρόνια ανατροφοδοτούμενης κρίσης, αυτό το έλλειμμα συνειδητοποίησης; Αρκούν τα σεμινάρια χρηματοοικονομικής και οι σύνοδοι ομαδικής πολιτικής ψυχοθεραπείας για να το επουλώσουν;

Συνομιλώντας με την Ιστορία, ο Βενιζέλος, και η μικρή ελίτ που ταυτίζεται πολιτικά μαζί του, ταλαντεύεται μεταξύ αυτολύπησης και αυτοθαυμασμού. Αυτολύπησης, επειδή είχε την ατυχία να σηκώσει όλες τις αμαρτίες της Μεταπολίτευσης. Και αυτοθαυμασμού, επειδή αναδέχτηκε ηρωικά αυτό το βάρος.

Η μία εκδοχή δεν αποκλείει την άλλη. Μακροπρόθεσμα, σε ένα άλλο ρεύμα χρόνου, μπορεί αμφότερες να αποδειχτεί ότι ευσταθούν. Βραχυπρόθεσμα, όμως, ούτε η ιστοριογραφία ούτε τα χρηματοοικονομικά μπορούν να υποκαταστήσουν την πολιτική. Μακροπρόθεσμα, όπως έλεγε και ο Κέινς, είμαστε όλοι νεκροί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ