ΒΙΒΛΙΟ

Αδυτες ηδονές

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Θάμπωσε ο νους
εκδ. Πατάκη, σελ. 128

«Ο καθείς και η σκευή του», μας θυμίζει ο Σωτήρης Δημητρίου στο διήγημα «Το κασκόλ της Ιόλης». Περί ρούχων ο συλλογισμός, αλλά όχι μόνο. Παρατηρώντας το φεγγοβόλημα του ανθρώπινου προσώπου σε συνάρτηση με την ενδυματολογική σκευή, συλλογίζεται το άυλο στοιχείο στο οποίο συνίσταται η ομορφιά μιας μεταμφιεσμένης με ρούχα ύπαρξης. Μάλλον από την «εσωτερική υποστήριξη», σκέφτεται ο συγγραφέας, εκπηγάζει η αρμονία της εικόνας. Η καλαισθησία είναι πνοή εσωτερικής ελευθερίας, δεν τεκμαίρεται από υφάνσεις και χρώματα, από την ακρίβεια, διττώς, των συνδυασμών. Γι’ αυτό του αρέσει η φράση ότι «καλό ντύσιμο είναι αυτό που ξεχνάς». «Και ας μη διακινδυνεύσω παραλληλισμό με τη λογοτεχνία, αν και θα το ήθελα».

Τα διηγηματογραφικά πρόσωπα του Δημητρίου περιφρουρούν με απαλότατα νεύματα την εκλέπτυνση των ιδιοσυστασιών τους· εκλέπτυνση που φτάνει στο σημείο μιας ακραίας, μονάκριβης ευαισθησίας, ακατάλληλης να αντιπαλέψει τις τραχιές χειρονομίες της πραγματικότητας. Τον περίλυπο όσο και περιπαικτικό θίασο των διηγημάτων του δεν τον ξεχνάς, αν και περιφέρεται στις σελίδες ενδεδυμένος λέξεις τόσο προσεκτικά φορεμένες που δείχνουν αόρατες, σχεδόν άηχες. Και όμως, αυτή η ανήκουστη γλώσσα που περιβάλλει σαν ρούχο και σαν ρόλος τους ήρωες είναι η πολυτιμότερη σκευή τους. Αλησμόνητες, λόγου χάριν, μένουν οι γριές στο διήγημα «Ζεύκια», που διαστίζουν το ξεχειμώνιασμά τους, οιονεί παραθερισμός, σε ένα νοσοκομείο με τραγούδια και μοιρολόγια, άδοντας σε εκείνον τον προθανάτιο χώρο που προβάλλει σαν εκμοντερνισμένη ορχήστρα αρχαίας τραγωδίας, τα πάθη της ανθρώπινης φύσης.

Εκείνοι, ωστόσο, που εγχαράσσουν βαθύτατα την ιδιοπροσωπία τους στο χαρτί είναι όσοι παραμένουν ισοβίως δέσμιοι εμμονών και μύχιων γλυκασμών, προφυλαγμένοι από τον κόσμο μέσα σε έναν επτασφράγιστο θύλακο έμφοβης, ηδυπαθούς μοναχικότητας. Ο οδοντίατρος στη «Φωλεά των νευρώνων», το καλύτερο κατά τη γνώμη μου πεζό της συλλογής, είχε ανακαλύψει τον ομφαλό της ύπαρξης στα στόματα των ανθρώπων. Ψηλάφιζε ευλαβικά τη σκοτεινή, σάρκινη χοάνη, διερευνούσε το «χάος όπισθεν της σταφυλής», «μέχρι τα ακρότατα σημεία, έχωνε το μάτι του σχεδόν εντός». Δεν θεράπευε το ρήμαγμα των οδόντων, αλλά άλλα βύθια άλγη. Με αβρότατες ψαύσεις χάριζε στους νοσούντες «άχρονες στιγμές μυρμηγκιάσματος». Ο πόνος ηδυνόταν από το σύγκορμο τρεμούλιασμα. Με «αμυδρότατο τρόπο» η γραφή του Δημητρίου αποτολμά να διαρρήξει τη «φωλεά των νευρώνων», «να φτάσει στον πολφό» μιας αδαμάντινης, άδυτης ηδονής. Από έναν απράυντο καημό κυριαρχείται ο άντρας στο διήγημα «Τράνζιτο». Σέρνοντας μια ξεχαρβαλωμένη βαλίτσα, μια θλιβερή, αταξίδευτη αποσκευή, κατά μήκος μιας απαράλλαχτης διαδρομής που το τέλος της μόνο ο ίδιος γνώριζε, έμοιαζε να δηλώνει πως άλλος ήταν ο προορισμός του, επέκεινα του κόσμου τούτου. Οπως και πολλούς άλλους, και εκείνον μια άλως τον τριγύριζε, «σαν να αφαιρούνταν όλα γύρω» του.

Η γραφή χάριν παιδιάς. Αρκετά πεζά δημιουργούν αυτή την αίσθηση. Ο Δημητρίου παίζει με τις λέξεις, παρεμβαίνει στην αφηγηματική ροή, ομολογεί εκκρεμότητες προγενέστερων μυθοπλασιών, παρωδεί την αυτονομία του κειμένου και των ηρώων και μαζί την παντογνωσία του συγγραφέα, χλευάζει τα διανοουμενίστικα ήθη. Δηλωτική της φιλοπαίγμονος γλώσσας είναι η επιλογή του ρήματος στον τίτλο του βιβλίου. Ο νους του εν λόγω διηγηματογραφικού προσώπου δεν θαμπώνει από μια αιφνίδια, φωτοβόλο μακαριότητα, αλλά από το εκτυφλωτικό θάμβος της απόγνωσης που σβήνει ακαριαία κάθε θέα του κόσμου. Η λέξη «θάμπωσε» ξεγελά, όπως ξεγελούσαν τα μάτια του αυτόχειρος που γελούσαν. Ομως, η λέξη δεν είναι λάθος, διότι στη σημασία της λανθάνει μια αντινομία, το φέγγος του θαυμασμού και η θόλωση του θανάτου.

Οπως και αν έχει, το λάθος δεν απάδει προς τη γραφή του Δημητρίου. Ο ίδιος στην κατακλείδα ενός διηγήματος υπενθυμίζει την κύρια έξη της λογοτεχνίας λέγοντας «ότι κατά κανόνα διηγούμαστε τα λάθη, τα λοξά, τ’ ανάποδα». Ο δικός του νους θαμπώνεται από την ευφωνία στο φάλτσο, καθώς και από τα κεντίδια του χρόνου στις ραφές ενός αποφοριού. Η ομορφιά είναι το μετείκασμα ενός χαρισάμενου βλέμματος, ένα από τα πιο εκθαμβωτικά επιτεύγματα του μυαλού, στα οποία διαπρέπει η γραφή του Δημητρίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ