ΜΟΥΣΙΚΗ

Σοπέν και Ραχμάνινοφ για τσέλο και πιάνο

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Μετά την επιτυχημένη εμφάνισή της τον Απρίλιο του 2015 στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος («Κ» 26.4.2015), η 24χρονη τσελίστρια Χριστίνα Μπαζίλη πρότεινε φέτος στο αθηναϊκό κοινό ένα ακόμη ενδιαφέρον πρόγραμμα μουσικής δωματίου. Μαζί με τον πιανίστα Απόστολο Παληό παρουσίασαν στις 18 Μαΐου στο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Θεοχαράκη έργα Σοπέν και Ραχμάνινοφ.

Είναι ενδιαφέρον ότι η τσελίστρια επέλεξε να εμφανιστεί με έργα συνθετών οι οποίοι έγραψαν κατ’ εξοχήν για το πιάνο. Πρακτικά, αυτό σήμαινε ότι ο ρόλος του πιανίστα ήταν αναβαθμισμένος και όχι απλώς συνοδευτικός ή υποστηρικτικός. Στην περίπτωση της Σονάτας έργο 65 του Σοπέν, η γραφή για το πιάνο ιδιαίτερα στο εκτενές πρώτο μέρος είναι τόσο απαιτητική, που, κατά την παρουσίαση του έργου το 1848 στο Παρίσι, ο ήδη αρκετά ασθενής συνθέτης άφησε αυτό το μέρος να το παίξει άλλος. Στην περίπτωση της Σονάτας έργο 19 του Ραχμάνινοφ τα περισσότερα μουσικά θέματα εισάγονται από το πιάνο και στη συνέχεια αναπτύσσονται ή διανθίζονται από το τσέλο.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η μουσική και των δύο συνθετών έχει απολύτως χαρακτηριστική υπογραφή, της οποίας η επιτυχημένη απόδοση εξαρτάται από την ερμηνεία, ίσως περισσότερο από αυτήν άλλων συναδέλφων τους. Στην περίπτωση του Σοπέν είναι το περίφημο «ρουμπάτο» αυτό που καθορίζει την επιτυχία της ερμηνείας, μια ελευθερία στον χειρισμό του χρόνου, η οποία δίνει κίνηση και παλμό. Δεν είναι αυθαίρετη και απαιτεί μεγάλη εξοικείωση με τη μουσική του συνθέτη, όπως επίσης εμπειρία, ώστε να βρεθεί η κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα στο μουσικό κείμενο και τη σύγχρονη αισθητική. Στην περίπτωση του Ραχμάνινοφ είναι και πάλι μονάχα η εμπειρία και το γούστο, τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να προστατέψουν τους ερμηνευτές από τον συναισθηματισμό, στον οποίο εύκολα παρασύρει η φορτισμένη γραφή.

Μπαζίλη και Παληός ήταν προσεκτικοί και στους δύο συνθέτες. Επένδυσαν τη μουσική με συναίσθημα, χωρίς να παρασυρθούν από αυτό. Πιο συγκρατημένος ο πιανίστας στον Σοπέν όσο και στον Ραχμάνινοφ, άφηνε την τσελίστρια να χειριστεί τη μελωδική γραμμή με πλαστικότητα, όχι μονάχα στο αργό τρίτο μέρος της Σονάτας του Σοπέν ή στην εισαγωγή από το έργο «Εισαγωγή και λαμπρή Πολωνέζα» έργο 3 του ίδιου συνθέτη, αλλά και στη Σονάτα του Ραχμάνινοφ. Ο ωραίος, γεμάτος, τονικά σίγουρος και δεξιοτεχνικά ασφαλής ήχος της Μπαζίλη οδήγησε σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς και όρισε την ισορροπία με τον ήχο του πιάνου στα αργά όσο και στα γρήγορα μέρη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ