ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το παρασκήνιο πίσω από τις πόρτες του Eurogroup

ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ

Οταν αποκαλύφθηκε στον Ευκλ. Τσακαλώτο το σενάριο που προβλέπει ότι το ΔΝΤ θα συμμετείχε χωρίς εκταμίευση και ότι η ελάφρυνση του χρέους μετατίθεται για αργότερα, ο Ελληνας υπουργός «έχασε το χρώμα του».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ - ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. To πρωί της Πέμπτης 18 Μαΐου, τέσσερις μέρες πριν από το Eurogroup, στο email των εκπροσώπων των θεσμών έφτασε επιτέλους η πρόταση του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέος. Τις προηγούμενες ημέρες τα μηνύματα και οι συναντήσεις μεταξύ όλων των εμπλεκομένων ήταν δεκάδες. Ολες οι πλευρές είχαν τοποθετηθεί εκτός από το ΔΝΤ.

Η «Κ» ρίχνει φως στο τι προηγήθηκε του κρίσιμου Eurogroup, στις συναντήσεις πίσω από κλειστές πόρτες, όπου οι βασικοί πρωταγωνιστές διαφωνούν για πρώτη φορά τόσο ανοικτά και τους χωρίζουν αγεφύρωτες διαφορές. Πιάνοντας έτσι το νήμα, για το πώς κατέληξε η συμφωνία για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους σε ναυάγιο και πώς έφτασαν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι να μιλούν ανοικτά για μία κατάληξη που είναι «ηθικά απαράδεκτη» για την Ελλάδα.

Η πρόταση του ΔΝΤ αφήνει τους παραλήπτες της με το στόμα ανοικτό. Είναι τόσο ακραία από οτιδήποτε είχε συζητηθεί μέχρι τότε και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι δεν συνιστά ούτε καν βάση για συζήτηση. Συγκεκριμένα, η πρόταση αναφέρει ανάμεσα σε άλλα, περίοδο χάριτος για όλα τα δάνεια (εκτός ΔΝΤ) μέχρι το 2060 και τελική αποπληρωμή όλων των δανείων μέχρι το τέλος του αιώνα, το 2100. Ο φόβος που είχαν οι περισσότεροι πρωταγωνιστές του ελληνικού προγράμματος, «πως το ΔΝΤ στην πραγματικότητα δεν θέλει να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα», επιβεβαιώνεται.

Η γερμανική στάση

Την ίδια στιγμή, το Βερολίνο επαναλάμβανε την πάγια θέση του, υποστηρίζοντας πως ό,τι είχε συμφωνηθεί για το χρέος, τον Μάιο του 2016, ήταν αρκετό, και οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση για τα μέτρα ελάφρυνσης θα μπορούσε να γίνει μόνο με τη λήξη του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018. Στη γερμανική αυτή θέση, η απάντηση του Πόουλ Τόμσεν ήταν ξεκάθαρη. Το Ταμείο δεν έχει αντίρρηση να μη γίνει καμία συγκεκριμενοποίηση των μέτρων, αλλά αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα το ελληνικό χρέος να κριθεί μη βιώσιμο, και συνεπώς να μην μπορεί να συμμετέχει στο πρόγραμμα. «Και μετά εσείς τι θα κάνετε;», ρώτησε ο Τόμσεν χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον είχε το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις ήταν σε όλους ξεκάθαρο μήνες τώρα, απλώς λίγα 24ωρα πριν από το Eurogroup εκφραζόταν πλέον και ανοικτά.

Από την Παρασκευή το πρωί μέχρι τη Δευτέρα, πριν ξεκινήσει η συνεδρίαση, οι πιέσεις από τους Ευρωπαίους αξιωματούχους από τη μία προς τη γερμανική πλευρά να δεχθεί χαμηλότερα πλεονάσματα και από την άλλη προς το ΔΝΤ να δεχθεί ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας θα είναι μεγαλύτερη από αυτή που εκτιμούσε, ήταν έντονες.«Οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την ανάπτυξη είναι τόσο χαμηλές επίτηδες, καθώς ο μόνος σκοπός είναι να πιέσουν τους Ευρωπαίους να συμφωνήσουν σε μεγαλύτερη ελάφρυνση του χρέους», είναι η σκέψη που κυριαρχεί στο μυαλό μιας σειράς αξιωματούχων.

Η Ε.Ε. στην προσπάθειά της να γεφυρώσει το χάσμα συντάσσει ένα έγγραφο προτάσεων με περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα ενίσχυαν περισσότερο την ανάπτυξη και το στέλνει στην Ουάσιγκτον, ενώ συγχρόνως ο επικεφαλής του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ επικοινωνεί μέσα στο Σαββατοκύριακο τηλεφωνικά με την καγκελάριο της Γερμανίας, Αγκελα Μέρκελ, εξηγώντας της πως δεν είναι εφικτό να μην έχει περισσότερη σαφήνεια η δήλωση που προετοίμαζε για το Eurogroup ως προς τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το ελληνικό χρέος.

Η κρίσιμη Δευτέρα

Μέχρι το πρωί της Δευτέρας του Eurogroup, οι πιέσεις είχαν πιάσει τόπο, τουλάχιστον στην πλευρά της Γερμανίας, που πλέον συζητούσε συγκεκριμένα πλεονάσματα ύψους 2% για τις επόμενες δεκαετίες της ελληνικής οικονομίας, πιο κοντά στο 1,5% που ήθελε το ΔΝΤ και μακριά από το 2,6% που ήταν η αρχική της θέση. «Οι Γερμανοί είχαν υποχωρήσει αρκετά, το ΔΝΤ ακόμα και λίγες ώρες πριν ξεκινήσει το Eurogroup... καθόλου», λένε αξιωματούχοι στην «Κ», που καταλάβαιναν εκείνο το πρωινό ότι βαδίζουμε προς ένα Eurogroup «ναυάγιο», παρά τις δηλώσεις αισιοδοξίας από τον επίτροπο Πιερ Μοσκοβισί, πριν ξεκινήσει η συνεδρίαση.

Το Eurogroup θα ξεκινούσε στις 15.00 και όπως συνηθίζεται, οι δημοσιογράφοι είχαν ενημερωθεί για το ότι στις 14.45 ο Γ. Ντάισελμπλουμ θα κάνει τις δηλώσεις του πριν μπει στο κτίριο. Ομως, παρά την ολλανδική του συνέπεια ο κ. Ντάισελμπλουμ φτάνει στο κατώφλι του συμβουλίου 35΄ καθυστερημένος. Ο λόγος; Η καθοριστική μυστική συνάντηση που οργανώνεται λίγο πριν με τον Π. Τόμσεν και τον Β. Σόιμπλε.

Η πρόταση

Ο κ. Τόμσεν, ενώ στην αρχή της συνάντησης δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρος για το τι ακριβώς θα αποδεχόταν το Ταμείο, εκφράζει έπειτα από πίεση μία πρόταση συμμετοχής του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα, καθώς πλέον με τα περαιτέρω μέτρα που πήρε η ελληνική κυβέρνηση το αξιολογεί αξιόπιστο, αλλά όχι με χρηματοδότηση. Τα χρήματα, λέει, θα μπορούσε να τα βάλει το Ταμείο όταν το ελληνικό χρέος γίνει βιώσιμο, δηλαδή όχι πριν από τα μέσα του 2018. Με λίγα λόγια, «το ΔΝΤ θα παραμείνει συνοδηγός αλλά δεν θα πληρώνει τη βενζίνη», όπως έλεγε περιγραφικά αξιωματούχος στην «Κ».

Και ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή η Γερμανία και η Ολλανδία ήταν κάθετες στο ότι το ΔΝΤ θα πρέπει να συμμετάσχει πλήρως με χρηματοδότηση στο ελληνικό πρόγραμμα για να πάρει το «πράσινο φως» οποιαδήποτε εκταμίευση από τα κοινοβούλιά τους, τη Δευτέρα το πρωί η στάση τους άλλαξε. Σε εκείνη την πρωινή συνάντηση ο Β. Σόιμπλε δέχθηκε ότι μια διαβεβαίωση από το ΔΝΤ πως το πακέτο μέτρων που συμφωνήθηκε είναι αξιόπιστο, με την υπόσχεση ότι το Ταμείο θα συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο μέλλον, είναι αρκετή.

Το Εurogroup ξεκινάει με άλλη ατζέντα και πολύ γρήγορα ο κ. Ντάισελμπλουμ διακόπτει για διάλειμμα. Στο δωμάτιο που βρίσκεται δίπλα στα ασανσέρ του ορόφου βρίσκονται ξανά ο πρόεδρος του Eurogroup, o Π. Τόμσεν, ο Β. Σόιμπλε και ο νέος Γάλλος υπουργός Οικονομικών Μ. Λεμέρ, που συμμετέχει πρώτη φορά σε Εurogroup. Ο βασικός σκοπός είναι να πιέσουν παραπάνω τον Β. Σόιμπλε για να φτάσει πιο κοντά στους στόχους του Ταμείου. Σύντομα όμως γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτό δεν θα ήταν εφικτό, με τον κ. Σόιμπλε να είναι εμφανώς εκνευρισμένος με την αδιάλλακτη θέση του Π. Τόμσεν και οι κουβέντες που ανταλλάχθηκαν ήταν πρωτόγνωρα έντονες. Αλλωστε στα μάτια του Γερμανού πολιτικού ο Π. Τόμσεν και ο κάθε εκπρόσωπος του ΔΝΤ είναι ένας τεχνοκράτης μη εκλεγμένος που δουλεύει σε έναν διεθνή οργανισμό όπου εκπροσωπείται η Γερμανία και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και ο οποίος δεν μπορεί τελικά να καθορίζει την πολιτική του οργανισμού. Η επικεφαλής του Ταμείου Κ. Λαγκάρντ σε όλο αυτό το διάστημα είναι απούσα έχοντας πλήρως παραχωρήσει τη διαμόρφωση της θέσης του Ταμείου στον Π. Τόμσεν και η απουσία της την ημέρα εκείνη είναι ενδεικτική.

Ο κ. Ντάισελμπλουμ τονίζει στη συνάντηση ότι η διαφαινόμενη λύση είναι καταστροφική και ότι θα πρέπει να βρεθεί κάτι που θα προσφερθεί στην Ελλάδα. Ομως οι αποστάσεις ήταν τεράστιες. Οι οικονομολόγοι του ESM είχαν ήδη κοστολογήσει ότι αν οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ γίνονταν αποδεκτές, τότε η απαιτούμενη ελάφρυνση του χρέους θα επιβάρυνε τα κράτη-μέλη σε βάθος χρόνου με επιπλέον 200-250 δισεκατομμύρια, ένα δυσβάσταχτο ποσό που δεν θα έβρισκε κανένα σύμφωνο.

Στο δωμάτιο παραμένει ο Π. Τόμσεν με τον κ. Ντάισελμπλουμ και στη συνέχεια προσέρχεται ο Ελληνας υπουργός Ευκλ. Τσακαλώτος με τον αναπληρωτή υπουργό κ. Χουλιαράκη. Οταν του αποκαλύπτεται το σενάριο που προβλέπει ότι το ΔΝΤ θα συμμετείχε χωρίς εκταμίευση και ότι η ελάφρυνση του χρέους μετατίθεται για αργότερα, ο Ελληνας υπουργός «έχασε το χρώμα του», σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο, τονίζοντας ότι «όλο το αφήγημα για επιστροφή στην ανάπτυξη καταρρέει».

Και τώρα;

Η Ελλάδα αν δεν αποκτήσει τη σφραγίδα του ΔΝΤ, ότι το χρέος της είναι βιώσιμο, πολύ δύσκολα θα ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Χωρίς το QE η αλλαγή σελίδας στην ελληνική οικονομία θα καθίσταται δυσχερής, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δεν θα έχει να παρουσιάσει τίποτα θετικό, παρόλο που οι βουλευτές της έχουν ψηφίσει ένα ιδιαίτερα επώδυνο πακέτο μέτρων.

Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι τις επόμενες δύο εβδομάδες τα περιθώρια για μία ουσιαστική συμφωνία στην ελάφρυνση του ελληνικού χρέους είναι ελάχιστα. Ετσι η Ελλάδα μπορεί να ελπίζει μόνο στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης και στην εκταμίευση ενός σημαντικού ποσού. Η ρύθμιση του χρέους και οι ευεργετικές για την ελληνική οικονομία συνέπειες φαίνεται να μετατίθενται στην καλύτερη περίπτωση για το φθινόπωρο. Μετά το τέλος της επεισοδιακής συνεδρίασης, πολλοί στο τραπέζι του Eurogroup είχαν την αίσθηση ότι η Ελλάδα ήταν «ο μεγάλος χαμένος».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ