ΒΙΒΛΙΟ

Κατασκευάζοντας «βολικές» μνήμες

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

«Νομίζεις ότι μπορείς να ελέγξεις τη βία, αλλά τελικά αυτή ελέγχει εσένα», λέει ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο.

«Δεν ήμασταν τέρατα. Ισως γίναμε κάπως ακραίοι. Και μόνο για μια στιγμή. Για μερικές μέρες. Μια δυο νύχτες. Αυτό δεν είναι τίποτα. Γύρω μας, όλος ο κόσμος ήταν πολύ χειρότερος», λέει ο Κάρλος στις πρώτες σελίδες του νέου βιβλίου του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο «Καρφίτσες στην άμμο» (εκδ. Καστανιώτη, μτφρ. Κώστας Αθανασίου) που παρουσιάστηκε στην 14η Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Ο Κάρλος, ο Μόκο, ο Μπέτο και ο Μανού, τέσσερις έφηβοι του Περού της σκληρής δεκαετίας του ’90, συναντιούνται έπειτα από 20 χρόνια για να θυμηθούν το παιχνίδι τους που κατέληξε σε τραγωδία μέσα σε ένα υπόγειο. Οι τέσσερις πρωταγωνιστές περιγράφουν τη βίαιη ενηλικίωσή τους, την αναζήτηση της σεξουαλικής τους ταυτότητας, την παιδική τους αφέλεια που μετατρέπεται σε τρόμο, αλλά έχουν ένα δίκιο: ο κόσμος τους ήταν πολύ χειρότερος.

Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο γεννήθηκε στη Λίμα του Περού το 1975 και μεγάλωσε σε έναν κόσμο με απαγόρευση κυκλοφορίας, με απαγωγές, εκτεταμένες διακοπές ρεύματος και γενικευμένη ανομία. Οταν όμως είσαι 15 χρονών δεν κάνεις κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις, όπως μας λέει. «Αυτό που μας ένοιαζε ήταν πώς θα χάσουμε την παρθενιά μας. Τα κορίτσια ήταν εξωτικά ζώα μακριά από τη δική μας ζούγκλα και αυτό συνέβαλε στη δημιουργία ενός πιο “μάτσο” κόσμου, ήμασταν σαν μια ωρολογιακή βόμβα ορμονών κλεισμένοι σε μια φυλακή», σημειώνει για το μυθιστόρημά του που περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο έχει δανείσει στοιχεία του χαρακτήρα του στον Μόκο, ο οποίος για να μένει ανενόχλητος από τους νταήδες πουλούσε αισθησιακές ταινίες στους συμμαθητές τους. «Το ίδιο έκανα και εγώ τότε, πουλούσα πορνό. Ηταν κάτι που σου έδινε υπόσταση. Μπορεί να μη με σέβονταν αλλά τους ήμουν απαραίτητος. Δεν ξέρω τι θα έκανα με το Ιντερνετ σήμερα», μας λέει γελώντας.

Μπορεί ο ίδιος να μην έπεσε θύμα μπούλινγκ, αλλά πολλοί ήταν οι συμμαθητές του που λόγω της διαφορετικότητάς τους έμπαιναν συχνά στο στόχαστρο. Οι ήρωές του, που έπαιζαν συχνά τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου, αποφασίζουν να «επαναστατήσουν» και ξεκινούν ένα βίαιο παιχνίδι που καταλήγει σε τραγωδία. «Είναι θυμωμένοι για τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν, είναι θυμωμένοι επειδή δεν μπορούν να είναι ελεύθεροι και αποφασίζουν να επαναστατήσουν εναντίον μιας καθηγήτριας. Θα μπορούσε να ήταν ο οποιοσδήποτε στη θέση της. Παγιδεύονται όμως μέσα στην επανάστασή τους. Οταν ξεκινάς με τη βία, νομίζεις ότι μπορείς να την ελέγξεις, αλλά απελευθερώνεις ένα τέρας και τελικά η βία ελέγχει εσένα. Μεμονωμένα ο καθένας τους θέλει να σταματήσει, αλλά συνεχίζουν για χάρη του συνόλου. Είναι περίεργο το πώς μια ομάδα, μια κοινωνία ή μια χώρα μπορεί να κάνει διάφορα πράγματα την ώρα που μεμονωμένα οι άνθρωποι ξέρουν ότι είναι λάθος», λέει στην «Κ» ο Περουβιανός συγγραφέας.

Οι... δικαιολογίες

Στο βιβλίο, οι ήρωές του προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους με κάθε τρόπο. «Είναι δύσκολο να δεις τον εαυτό σου ως τον κακό της υπόθεσης. Οι σκίνχεντ που σπάνε τα τζαμιά των μουσουλμάνων νομίζουν ότι καθαρίζουν την κοινωνία, οι ισλαμιστές καμικάζι νομίζουν ότι εκείνοι είναι καλοί, οι Περουβιανοί τρομοκράτες το ίδιο. Εχω πάρει συνεντεύξεις από τρομοκράτες, εμπόρους ναρκωτικών, δολοφόνους και κάτι στο μυαλό τους υπάρχει, κάτι που τους εμποδίζει να δουν το κακό που έκαναν», επισημαίνει.

Στην ωραιοποίηση του παρελθόντος συμβάλλει και η μνήμη, η οποία, όπως λέει, είναι καθαρή μυθοπλασία. «Οι αναμνήσεις μας είναι στην ουσία επινοήσεις. Οσοι συμμαθητές μου ήταν θύματα μπούλινγκ το θυμούνται ξεκάθαρα, ενώ οι θύτες έχουν μια ειδυλλιακή εικόνα του σχολείου ως ένα μέρος με παιχνίδι και πλάκες. Ηθελα λοιπόν να γράψω για το πώς μετασχηματίζουμε τις αναμνήσεις μας ώστε να ταιριάζουν στο παρόν μας. Δεν είναι μια καταγραφή του παρελθόντος αλλά μια ωραία ιστορία του παρόντος. Γι’ αυτό και οι τέσσερις θυμούνται την ιστορία διαφορετικά», τονίζει ο κ. Ρονκαλιόλο.

Επιλεκτική μνήμη

Αντίστοιχα με τους ανθρώπους, επιλεκτική μνήμη τείνουν να έχουν και οι χώρες και πολλοί Ευρωπαίοι ξεχνούν ότι είναι κομμάτι μιας μεγαλύτερης κοινότητας, τονίζει ο συγγραφέας, ο οποίος ζει στη Βαρκελώνη και εργάζεται ως δημοσιογράφος. «Δεν είναι εύκολο να είσαι ξένος στην Eυρώπη. Οι Ευρωπαίοι νιώθουν διαρκώς κάτοικοι μιας μικρής πόλης παρά μέρος μιας μεγάλης κοινότητας. Οι Αγγλοι θέλουν να είναι μόνον Αγγλοι, οι Καταλανοί το ίδιο και περίπου αυτό θέλουν και οι Γάλλοι και ο πνευματικός χώρος της Ευρώπης συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο. Αυτό δεν είναι κακό μόνο για τους ξένους αλλά και για τους ίδιους τους Ευρωπαίους. Αν συνεχιστεί, τότε θα έρθει το τέλος της Ευρώπης. Μπορεί κανείς να μην την αγαπάει τώρα, αλλά θα τους λείψει μετά», μας λέει.

Είναι πάντως μια ιστορία που θα ήθελε να διαβάσουν τα παιδιά του όταν μεγαλώσουν, όχι για να τους στείλει κάποιο μήνυμα, όσο για να τους δείξει ότι ο τρόπος ζωής τους δεν είναι δεδομένος. «Τα παιδιά μου μεγαλώνουν σε ένα χαρούμενο περιβάλλον. Πρέπει να ξέρεις ότι είσαι ευτυχισμένος, αν κανείς δεν σ’ το έχει πει, μπορεί να μην καταλάβεις ποτέ την ευτυχία σου. Οπότε, ναι, θα ήθελα να διαβάσουν το βιβλίο μου μια μέρα», καταλήγει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ