ΒΙΒΛΙΟ

«Μερικές φορές είμαι τόσο ανόητος, ώστε τρώω πολλά καυτερά»

ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΔΗΣ

KΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ
Μυστικά του συρταριού.
Η τέχνη και οι τεχνίτες της ημερολογιακής γραφής
εκδ. Πατάκη, σελ. 542

«Ηταν ωραία μέρα. Περπατούσα στον δρόμο κι ένα παιδάκι, μαζί με ένα άλλο, τσίριξε “κοίτα τον τύπο με την περούκα”, κι εγώ καταντροπιάστηκα, έχασα την ψυχραιμία και το απόγευμά μου καταστράφηκε. Επεσα σε κατάθλιψη». Σαν μικρός περαστικός θάνατος ακούγεται η γραπτή εξομολόγηση του μεγάλου εκκεντρικού καλλιτέχνη Αντι Γουόρχολ, όμως να που του συνέβη.

«Κοιμήθηκα καλά και σηκώθηκα αργά. Μερικές φορές είμαι τόσο ανόητος, ώστε τρώω πολλά καυτερά, με σκοπό να ελέγξω αν οι αναπαραγωγικές μου δυνάμεις έχουν καταστραφεί ή όχι· το έκανα χθες κι έτσι έπαθα διάρροια και ήμουν ταραγμένος όλη μέρα. Πρέπει να προσπαθώ να ξυπνάω τον αισθησιασμό όσο λιγότερο μπορώ». Διαβάστε αυτό το απόσπασμα σ’ όποιον θέλετε κι αν βρει κάποιος πως είναι του τοτέμ Λέοντος Τολστόι, γράψτε μου (παρακαλώ).

Ενα μέτριας δυσκολίας: «Μ’ επέρασεν από τον νου απόψε να γράψω για τον έρωτά μου. Και όμως δεν θα το κάμω. Τι δύναμι που έχει η πρόληψις. Εγώ ελευθερώθηκα απ’ αυτήν· αλλά σκέπτομαι τους σκλαβωμένους υπό τα μάτια των οποίων μπορεί να πέση αυτό το χαρτί. Και σταματάω. Τι μικροψυχία. Ας σημειώσω όμως ένα γράμμα –Τ– ως σύμβολον του αισθήματός μου ή αυτής της στιγμής». Ναι, είναι του δικού μας Κ. Π. Καβάφη.

«Τα μυστικά του συρταριού» είναι μία ανθολόγηση ημερολογιακών εγγραφών, όπου παρελαύνουν 130 ημερολογιογράφοι· συγγραφείς, μουσικοί, εικαστικοί, στοχαστές μα κι απλοί άνθρωποι. Ο καθείς (-μια) τους αραδιάζει μύχιες σκέψεις κι απωθημένα, στύβουν τη μοναξιά τους, εξομολογούνται παραξενιές, βυθομετρούνται, ναρκισσεύονται, σαρκάζουν, προκαλούν εαυτούς, άλλοι μάχονται με φαντάσματα.

Τα μυστικά τετράδια ξεφυλλίζονται στα σύνορα ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας, οι λέξεις τους είναι αποστάγματα, κι όπως προλογίζει η μαστόρισσα Κατερίνα Σχινά: κίβδηλες ή όχι, ευτελή επιχρυσωμένα μέταλλα ή αυθεντικές ράβδοι χρυσού, οι ημερολογιακές εγγραφές παλεύουν με την αυτοκατανόηση, αλλά δεν αποφεύγουν την αυτοεπινόηση. Το εγώ, όταν αποφασίζει να χαράξει διά λόγου το αποτύπωμα της στιγμής, αποκαλύπτεται διογκωμένο, διεσταλμένο μέχρις εκρήξεως. «Δεν εκφράζω τον εαυτό μου, δημιουργώ τον εαυτό μου», διχοτομείται η Σούζαν Σόνταγκ. Ας συμφωνήσουμε με εκ του ασφαλούς (;) γενναιότητα σ’ αυτό: οι ώρες της μεγάλης μελαγχολίας, της ενοχής, του αυτοβασανισμού είναι οι πιο σπαρακτικές και οι πιο διανθρώπινες.

Ενα ταπεινό στιγμιότυπο από τον Γιώργο Σεφέρη. «Προχθές αργά το απόγευμα σ’ ένα ταξί για να πάω τέρμα Πλουτάρχου. Ο σοφέρ με βαριά ανατολίτικη προφορά: Ξανάρχισε η ζέστη γιατί ξανάρχισε το ηφαίστειο. –Ποιο ηφαίστειο; (σα να με λυπάται που το αγνοώ). –Το ηφαίστειο· συ δεν το ξέρεις; –Της Σαντορίνης; –Ναι. Και θα κρατήσει ώς τις 11 Νοεμβρίου. Κι έπειτα, ώς τις 11 Δεκεμβρίου, θα ’χουμε δυνατές βροχές. –Και πού τα ξέρεις όλα αυτά; –Είμαι λίγο αστρονόμο, όχι αστρονόμο, αστρολόγο….».

Λόρδος Βύρων προς Λόρδο Βύρωνα: «Τούτο το ημερολόγιο είναι μία ανακούφιση. Οταν είμαι κουρασμένος –και κατά κανόνα είμαι– το βγάζω από το συρτάρι μου και όλα τα όλα βουλιάζουν. Ομως δεν μπορώ να το ξαναδιαβάσω· και ο Θεός ξέρει τι αντιφάσεις θα περιέχει. Αν ήθελα να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου (όμως φοβάμαι πως λέμε περισσότερα ψέματα στον εαυτό μας παρά σε οποιοδήποτε άλλον), κάθε σελίδα θα έπρεπε να ανασκευάζει, να αρνείται και να αποκηρύσσει απολύτως την προηγούμενή της». Λιτή ενδοσκόπηση του φιλέλληνα ποιητή.

Χανς Κρίστιαν Αντερσεν

Η παρακάτω μαρτυρία μού θύμισε ανεπαισθήτως την ταινία «Θάνατος στη Βενετία» του Βισκόντι. «Περπάτησα ώς τη θάλασσα, μέσα στο σύθαμπο. Ο Βεζούβιος ξερνούσε μεγάλα ποτάμια λάβας· αστροποβολούσε στο βάθος. Δεν το έχω ξαναδεί πιο βίαιο. Αλλά οι προαγωγοί δεν με άφηναν σε ησυχία, ένα αγόρι δέκα ή δώδεκα χρονών με κυνηγούσε σ’ όλο τον δρόμο μιλώντας γι’ αυτή την donna multa bella, excellenza! Πραγματικά ερεθίστηκα, αλλά κατάφερα ν’ αντισταθώ στον πειρασμό. Αν κατορθώσω να παραμείνω αγνός μέχρι να γυρίσω στην πατρίδα, έτσι θα μείνω ώς το τέλος». Εκπληξη; Η αναμέτρηση κάτω από το ηφαίστειο αφορά τον αρχάγγελο των παραμυθάδων Χανς Κρίστιαν Αντερσεν.

Σαν να απολογείται από το αόρατο εδώλιό του: «Σε τι κυκεώνα μπαίνω κάθε φορά με τα κορίτσια, παρά τους πονοκεφάλους, την αϋπνία, τα γκρίζα μου μαλλιά, την απελπισία. Ας τις μετρήσω: υπήρξαν τουλάχιστον έξι από το περασμένο καλοκαίρι. Δεν μπορώ ν’ αντισταθώ, είναι σαν να μου ξεριζώνεται η γλώσσα αν δεν ενδώσω και δεν θαυμάσω κάποια που αξίζει και δεν την αγαπήσω μέχρι που ο θαυμασμός να εξαντληθεί. Και με τις έξι, η ενοχή μου είναι ολοκληρωτικά ενδόμυχη».

Ο ίδιος –είναι ο Φραντς Κάφκα– γράφει μία άλλη μέρα: «Δεν έγραψα τίποτα». Βιρτζίνια Γουλφ, Σίλβια Πλαθ, Ντοστογιέφσκι, Ζιντ, Γκαίτε, Οργουελ, Μούζιλ, Καμί, Στάινμπεκ, Στίβενσον, μεταξύ πολλών άλλων, μας συστήνονται πίσω από την πληθωρική τους βιτρίνα. Ποιος δεν έχει υποκύψει από ενδιαφέρον, αδιακρισία, ζήλο, ζήλια ή και άμυνα, στον πειρασμό να μάθει μυστικά που κρύβονται σε συρτάρια;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ