Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: Αναχρονισμοί

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Η ηθική απαισιοδοξία έρχεται, λένε, με το γήρας. Μεγαλώνοντας, ο οξυδερκής άνθρωπος μαθαίνει τόσο καλά τα ανθρώπινα πράγματα, που δεν επιτρέπει πια στον εαυτό του την αισιοδοξία. Ο κανόνας δεν ίσχυσε στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Παρά τη βαθιά επίγνωσή του για τις αιτίες της εθνικής περιπέτειας, παρέμενε, ακόμη και το 2010, μετά το μνημόνιο, αισιόδοξος. «Τελειώσαμε», ήλπιζε, «με τον λαϊκισμό». Ηταν βέβαιος ότι ο λαός ήταν «ωριμότερος» από τις ηγεσίες του και δεν θα έπεφτε ξανά θύμα των ίδιων δημαγωγικών τεχνασμάτων.

Από τις πολλές παρεξηγήσεις που σκίαζαν τη δημόσια εικόνα του Μητσοτάκη αυτή είναι ίσως η λιγότερο συζητημένη: Ο σκόπιμα δυσοίωνος λόγος του περνιόταν για κυνικός, ενώ ήταν μάλλον το αντίθετο. Ο Μητσοτάκης δεν φοβόταν να γίνει δυσάρεστος όχι από κυνισμό, αλλά από δημοκρατικό ρομαντισμό. Πίστευε ότι, μακροπρόθεσμα, αυτός ήταν ο δρόμος της πειθούς. Πίστευε στη σοφία του πλήθους.

Η πολιτική μοίρα του ιδίου –και όχι μόνο του ιδίου– τον διέψευσε. Το μεγαλύτερο επίτευγμα της διακυβέρνησής του ήταν ότι όργωσε με νύχια και με δόντια το κοινωνικό έδαφος προκειμένου να εφαρμόσουν τη δική του ατζέντα –τουλάχιστον στο άνοιγμα της οικονομίας– οι πολιτικοί του αντίπαλοι.

Είναι μεγάλος ο πειρασμός να αναψηλαφήσει κανείς την πορεία του Μητσοτάκη με αναχρονισμούς από το σήμερα. Εναντίον του, εναντίον του ιδεολογικού ρεύματος που προσπάθησε να εκφράσει, δοκιμάστηκαν ανορθόδοξα όπλα που σήμερα είναι τόσο διαδεδομένα ώστε εκβιάζουν τον αναχρονισμό.

Είχε υποστεί τα fake news, όταν το αυριανικό photoshop, πριν από το photoshop, τον εμφάνισε ως συνεργάτη των ναζί. Είχε να αντιμετωπίσει τους αγανακτισμένους των συγκοινωνιών και των σχολικών καταλήψεων – που καθιερώθηκαν επί των ημερών του. Είχε να διαχειριστεί τις πλατείες του Μακεδονικού και να αναμετρηθεί με ποταμούς μίσους – ενός μίσους που κατέληξε δολοφονικό.

Αυτό το τοξικό ποτάμι παρέσυρε περιστασιακά τον Μητσοτάκη – όπως, ομολογημένα, στην παραπομπή του ιστορικού αντιπάλου του στο Ειδικό Δικαστήριο. Ομως, η φορά της πολιτείας του ήταν κόντρα στο ρεύμα. Χαμηλόφωνος και αντιθεατρικός, αμυνόταν στην όξυνση, παρά την πυροδοτούσε. Ετσι, σχεδόν αθόρυβα, έστρεψε τη Δεξιά στον δρόμο της οριστικής συμφιλίωσης με την Αριστερά.

Ακόμη κι όταν το αίμα του Μπακογιάννη ήταν ζεστό, ακόμη κι όταν ένα ξέσπασμα θυμού θα μπορούσε να του συγχωρεθεί ως φυσική παρόρμηση, ο Μητσοτάκης κατάφερε να βάλει τον ρόλο του πάνω από τον πόνο του.

Δεν υπάρχει κανονισμός που να επιβάλλει αυτή τη συμπεριφορά. Δεν υπάρχει γραμμένο, αλλά υπάρχει ένα μέτρο χωρίς την τήρηση του οποίου η δημοκρατική ζωή δεν είναι εφικτή. Αν η δημοκρατία περιμένει κάτι από τους ηγέτες της περισσότερο και από τα οράματα, περισσότερο και από τα προγράμματα, είναι να ενσαρκώνουν αυτό το μέτρο. Να της δίνουν ύφος. Οπως το έκανε ο Μητσοτάκης την ημέρα που κατάπιε το δάκρυ του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ