ΜΟΥΣΙΚΗ

Οταν ο Αττίκ γίνεται η πρόταση «για κάτι άλλο» σε ένα σαλόνι της Αθήνας

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το πιάνο, ένα Steinway του 1938, στο οποίο είχε παίξει και ο Μάνος Χατζιδάκις, επιστρατεύεται για τις συναυλίες στην Οικία Κατακουζηνού.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

Σε μια ατμόσφαιρα μέθεξης, σχετικά απροετοίμαστος ομολογώ, αφέθηκα να ζήσω μία βραδιά Αττίκ. Ακούγεται σαν παλιό μυθιστόρημα, αλλά η προχθεσινή εμπειρία στον 5ο όροφο της Αμαλίας 4, όπου και η Οικία Κατακουζηνού, ξετυλίχθηκε στον αντίποδα μιας τετριμμένης συναυλίας. Πρώτον, δεν ήταν ρετρό. Ή τουλάχιστον δεν ήταν αναβίωση. Και αυτό ήταν σπουδαίο. Και δεύτερον, είχε τόση ζωτικότητα, χιούμορ και δυναμισμό, που όλοι όσοι χαρήκαμε το one man show του Γιώργη Χριστοδούλου και τον πιανίστα και ακορντεονίστα Χάρη Σταυρακάκη κοιταζόμασταν στο τέλος σαν να ζητούσαμε επιβεβαίωση.

Ηταν η συνεργασία πολλών στοιχείων, εξωτερικών και εσωτερικών, με πρώτο τον ίδιο τον «βιωμένο» χώρο, όπως μας είπε προλογίζοντας η Σοφία Πελοποννησίου, ο άνθρωπος που επικοινωνεί, μέρα με τη μέρα, την πνευματική κληρονομιά της Οικίας Κατακουζηνού. Και μετά, ανάμεσα σε αντίκες και έργα τέχνης, με φωτισμένο το Σύνταγμα από το μπαλκόνι της Αμαλίας, ήταν όλος αυτός ο κόσμος, καθισμένος δίπλα δίπλα σαν σε θέατρο τσέπης, σαν να είχαν έρθει όλοι να μεταλάβουν. Αλλά, πάνω από όλα ήταν η μουσική.

Η ίδια η μουσική, τραγούδι το τραγούδι, έκανε τον αέρα πυκνό, τον γέμιζε συγκίνηση, και έριχνε όλα τα εμπόδια. Δεν νομίζω να είχα φανταστεί ποτέ ότι αυτά «τα υπέροχα παλιά ελληνικά τραγούδια», που όλοι γνωρίζουμε λίγο - πολύ από γονείς, παππούδες, και παλιές ηχογραφήσεις, όλο αυτό το κληροδοτημένο και έντονα συγκινησιακό απόθεμα θα μπορούσε να γίνει όχημα για να ανασυνταχθεί όλη αυτή η ανάγκη για κάτι όμορφο, βαθύ, ποιοτικό, για κάτι που να έχει ουσία, να διαπερνάει τις γενιές, να συγκινεί και να φέρνει γέλιο, για κάτι που να ενώνει και ταυτόχρονα να βυθίζει σε σκέψεις.

Η βάση αυτού του μουσικού προγράμματος που παρουσιάζει ο Γιώργης Χριστοδούλου είναι το άλμπουμ του «Ο Αττίκ στο Παρίσι», που κυκλοφόρησε μαζί με ένα όμορφο βιβλιαράκι με εικόνες και κείμενα από τη «Μικρή Αρκτο». Το άλμπουμ περιλαμβάνει ένδεκα αδισκογράφητες έως τώρα συνθέσεις από την άγνωστη παρισινή περίοδο του Αττίκ, αλλά αυτό που δίνει ο Γιώργης Χριστοδούλου στο κοινό είναι κάτι πέρα και πάνω από παρουσίαση τραγουδιών.

Δεν θα πίστευα εύκολα ότι σε ένα αστικό σαλόνι της Αθήνας, κατάλοιπο της πνευματώδους και κοσμοπολίτικης κοινωνίας του 1960, θα γινόμουν μάρτυρας ενός σώου μεσοπολεμικού χαρακτήρα, με ένα πιάνο, ένα ακορντεόν, μία φωνή και ένα αστείρευτο πνεύμα. Γιατί αυτό που ζουν όσοι έχουν την τύχη να βιώσουν το πρόγραμμα «Ο Αττίκ στο Παρίσι» είναι μια βουτιά στο αστικό μουσικό παρελθόν, με όχημα τα παρισινά τραγούδια του Αττίκ, με καύσιμο τα πολύ γνωστά του ελληνικά αλλά και με δώρο πολλά και ωραία του Κώστα Γιαννίδη ή του Κώστα Ζαχαρόπουλου, πατέρα της Νινής Ζαχά... Με γέφυρες χιουμοριστικές, με χαρισματική επικοινωνία με το κοινό, πολύγλωσσος, Ευρωπαίος, με εντυπωσιακό γκελ, ο Γιώργης Χριστοδούλου έχει επανεφεύρει το έργο του Αττίκ, με συγκίνηση, σεβασμό και ελευθερία. Είναι χάρισμα.
Πάντως, πέρα από την ατόφια ευχαρίστηση, σκέφτεται κανείς και κάνει συγκρίσεις. Αυτά τα τραγούδια του ’20, του ’30, του ’40 και του ’50, τα άκουγε το ευρύ κοινό και ήταν τραγούδια με αισθητική, μέτρο, αρμονία. Ο Αττίκ αναβαπτισμένος γίνεται πολύ μοντέρνος, πολύ δροσερός, διόλου μελό, ξαφνιάζει, προκαλεί χαρά και βουρκώνει μάτια. Ολα όσα έγιναν δηλαδή στις μουσικές βραδιές στην Οικία Κατακουζηνού. Το κλείσιμο της συναυλίας με το τραγούδι που έγραψε ο Γιώργης Χριστοδούλου για τη γιαγιά του ήταν επιστέγασμα ευαισθησίας και σοφίας. Η Αθήνα έχει πολλές κόγχες αισθητικής που προφυλάσσουν και δίνουν ελπίδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ