ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κυριάκος Μητσοτάκης: «Πάλεψες για την αλήθεια και ενάντια στον διχασμό»

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΑ ΠΕΛΩΝΗ

Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Και η Ιστορία δεν γράφεται με τα «αν», παρότι η κρίση και τα λόγια του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη θυμίζουν τι θα είχε συμβεί αν... H πολιτική του παρακαταθήκη, όμως, είναι «αειθαλής», σημείωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αποχαιρετίζοντας τον πατέρα του με έναν λόγο συναισθηματικά φορτισμένο και με αναφορές που ξεκίνησαν από το χθες και έφθασαν μέχρι το σήμερα, που, όπως είπε με φωνή που έσπασε, «σου είπα αυτά που ήθελες και με είδες εκεί που ήθελες. Κι αυτό κάπως μαλακώνει τον πόνο...».

«Ησουν ο τελευταίος μιας γενιάς που πέρασε από συμπληγάδες, αλλά και μιας γενιάς που δεν έμεινε ποτέ από αντοχή, που ένιωσε μέσα της βαθιά τις δυνατότητες της πατρίδας μας και πίστεψε σ’ αυτές», είπε ο πρόεδρος της Ν.Δ. στον επικήδειο λόγο του, ο οποίος είχε έντονες προσωπικές αναφορές στον πατέρα του, γιατί «πίσω απ’ τον πολιτικό αντίπαλο που πολλοί προσπάθησαν να σπιλώσουν υπήρχε ένας ζεστός άνθρωπος με μεγάλη καρδιά, που άγγιξε πολλές ψυχές», αλλά και στη μητέρα του – «...για να ταφείς, σου έφτανε να είσαι μαζί με τη Μαρίκα σου». Αναφορές έκανε και στην πολιτική παρακαταθήκη του πατέρα του:

«Το βλέμμα σου ήταν πάντα εστιασμένο στο μέλλον, κοιτούσες μπροστά και μακριά και αυτή ήταν η δύναμή σου – να λέμε την αλήθεια και να μην κολακεύουμε τον λαό, να σεβόμαστε τη δημοκρατία και τους κανόνες της, να επιδιώκουμε την ενότητα και όχι τον διχασμό». Κάνοντας αναγωγή στο σήμερα, ο πρόεδρος της Ν.Δ. υπενθύμισε ότι «το κακό ενάντια στο οποίο πάλεψες μια ζωή είναι πάντα ζωντανό: ο λαϊκισμός, ο φθόνος, η μισαλλοδοξία, ο διχασμός παραμένουν, δυστυχώς, θλιβεροί συνοδοιπόροι της ιστορικής μας διαδρομής». Aναφερόμενος στη δική του γενιά, τόνισε ότι σε αυτήν περνά τώρα το χρέος να αντιμετωπίσει τον λαϊκισμό, τον φθόνο, τη μισαλλοδοξία, τον διχασμό. Και θύμισε τους στίχους του Παλαμά «χρωστάμε σε όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ’ρθουνε, θα περάσουν, κριτικές θα μας δικάσουν, οι αγέννητοι, οι νεκροί».

Συγκινημένος, θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια, την εποχή που, εξόριστος στο Παρίσι, ο πατέρας του τον έπαιρνε απ’ το χέρι και τον πήγαινε στο μετρό: «Καθώς μεγάλωνα, δεν είχες πολύ χρόνο να μου διαθέσεις, είχες, όμως, τη γενναιότητα να κοντύνεις εσύ καθώς εγώ ψήλωνα, έτσι ώστε η σκιά σου να μην είναι πολύ βαριά πάνω μου..».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ