ΠΟΛΗ

Ζητήματα αστικού κάλλους μπροστά σε ένα σπίτι της οδού Τσαμαδού

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Τσαμαδού 29. Ενα κομψοτέχνημα καταρρέει.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Ε​​κεί που το Μουσείο αρχίζει σταδιακά να πλησιάζει τα Εξάρχεια σε εκείνους τους δρόμους, ενός βαθέος αθηναϊκού περιβάλλοντος, υπάρχει ένα σημείο όπου συναντώνται τέσσερις δρόμοι φορτωμένοι με αστική ιστορία: Μετσόβου, Ασημάκη Φωτήλα, Σπυρίδωνος Τρικούπη και Καλλιδρομίου. Από την Καλλιδρομίου μπορεί κανείς να διαλέξει ένα στενό και να μπει στην «ενδοχώρα» και αν πάρετε την οδό Τσαμαδού, θα μπείτε λίγο λίγο στα Εξάρχεια μετά την οδό Δεληγιάννη. Η Τσαμαδού είναι πεζόδρομος σε ένα μεγάλο τμήμα, με ήσυχο χαρακτήρα, και αριστερά και δεξιά θα δείτε μερικά παλιά σπίτια, από εκείνα που χτίστηκαν στην περιοχή την περίοδο 1900-1925. Ηταν εκείνα τα χρόνια, που κάποιοι αστοί επένδυαν στην όμορφη και γαλήνια περιοχή κοντά στο Μουσείο.

Περπατούσα τις προάλλες σε αυτούς τους δρόμους, εισπνέοντας τον βαθύ αστικό χαρακτήρα τους. Νοταρά, Κουντουριώτου, Οικονόμου, Ζαΐμη, δρόμοι που θα έπρεπε να είναι περιζήτητοι για κατοικία αν τα πράγματα ήταν αλλιώς.

Αλλά κοντοστάθηκα στο σπίτι της Τσαμαδού 29. Είχα ήδη προσπεράσει πολλά και ωραία σπίτια και μεσοπολεμικές πολυκατοικίες (και άλλα τόσα περίμεναν), αλλά το ερειπωμένο σπίτι της Τσαμαδού με έβαλε σε σκέψεις.

Αρχικά με ξένισαν τα χτισμένα παράθυρα και η χτισμένη εξώθυρα με τους δωρικούς πεσσούς. Αλλά καθώς άρχισα να το περιεργάζομαι, είδα αμέσως ότι το σπίτι πίσω από την πρόσοψη είχε φύγει όλο, η σκεπή έχασκε και ήταν θέμα χρόνου να χαθεί το υπόλοιπο σπίτι. Πρέπει να ήταν κατοικία ανώτερης μεσαίας τάξης, αν κρίνει κανείς από το μέγεθος και τον διάκοσμο. Το υπολόγιζα να χτίστηκε γύρω στο 1910-1915. Αν υπήρχε κάτι που με έθλιβε περισσότερο στην προοπτική απώλειας αυτού του αθηναϊκού σπιτιού, αυτό ήταν το αυθεντικό ρόδινο χρώμα του, εκείνο το κεραμιδί της Αττικής, σε ταιριαστή αρμονία με την κυανή ταινία, που έτρεχε σαν ζωφόρος κάτω από το γείσο της στέγης. Θα ήθελα να έβλεπα ζωγράφους και φοιτητές της ΑΣΚΤ να ρουφούσαν πληροφορίες για το χρώμα από αυτά τα παλιά σπίτια της Αθήνας.

Αλλά και ο εξώστης με τους τρεις ανάγλυφους μαρμάρινους κιλλίβαντες, τα φουρούσια, ήταν εντυπωσιακός. Υπήρχαν δύο μπαλκονόπορτες και τα κάγκελα είχαν ανθέμια και κύκνους. Μικροί και κομψοί θυρεοί στεφάνωναν τα τέσσερα παράθυρα του ορόφου και τα μαρμάρινα φουρούσια είχαν ελικοειδή φυτικά σύμβολα. Μία σειρά από πήλινα ακροκέραμα, με βαθμό απώλειας περίπου 60%, διέτρεχε σαν πήλινη γιρλάντα το σπίτι πάνω από τη γαλανή ταινία και κάτω από το στηθαίο της στέψης. Υπήρχε αξιοπρέπεια και όχι επίδειξη. Καλλιέπεια και όχι επίφαση.

Αναρωτιόμουν γιατί αυτό το σπίτι εξασκούσε τόση γοητεία. Η μοναξιά του ήταν εύγλωττη και θύμιζε ξεθωριασμένες φωτογραφίες νέων σε παλιά κοιμητήρια. Υπήρχε, ωστόσο, μία υπόσχεση. Η επαφή με το κάλλος, ακόμη και αν είναι τόσο ανορθόδοξη, διαχέει αισθήματα δύναμης. Απασχολεί άραγε η έννοια της ομορφιάς στο αστικό τοπίο; Αυτό το σπίτι αποκτούσε αίφνης έναν συμβολισμό και ανάλογη επίδραση θα μπορούσαν να έχουν δεκάδες παρόμοια σπίτια διάσπαρτα στις γειτονιές της Αθήνας. Αλλά, μπροστά μου, εκείνη τη στιγμή, είχα αυτό το σπίτι της Τσαμαδού που έμοιαζε να ανασύρει νήματα και εικόνες με μια αξιοθαύμαστη συνειρμική ικανότητα.

Το άφησα πίσω με την οξύμωρη πληρότητα που σου αφήνει κάθε τελετουργικό αποχαιρετισμού. Είχε καταγραφεί, είχε καταχωριστεί, είχε γίνει υλικό σκέψης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη