ΒΙΒΛΙΟ

Γιαγιά, η σοκολάτα της ζωής μας...

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

Εικονογράφηση της Ιριδος Σαμαρτζή για το βιβλίο «Γιαγιά στο ψυγείο» της Βούλας Μάστορη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενας έμπειρος παιδίατρος των (ηρωικών) αθηναϊκών «Νοσοκομείων Παίδων» έλεγε, πριν από περίπου μία δεκαετία: «Το λεγόμενο “μαμόθρεφτο” δεν είναι το παιδί της “μαμάς”, όπως εσφαλμένα πιστεύεται, αλλά το παιδί της “μάμης”, δηλαδή της γιαγιάς». Τα μάτια του, προφανώς, είχαν δει πολλά. Η έντονη ανάμειξη της τρομερής Ελληνίδας γιαγιάς στην ανατροφή των παιδιών θα μπορούσε να αιτιολογηθεί διπλά, αφενός, δηλαδή, εξαιτίας του παραδοσιακού-οικογενειοκεντρικού μοντέλου της συνύπαρξής μας, αφετέρου εξαιτίας των υπανάπτυκτων θεσμών υποστήριξης των γονέων κατά την ανατροφή των παιδιών. Αν, όμως, η υπερβολική ανάμειξη των γιαγιάδων στην καθημερινότητα της ανατροφής των παιδιών μπορεί και να αποβαίνει επιβλαβής, η πλήρης απουσία τους στερεί τους μικρούς από μια ιδιαίτερη ποιότητα, μια συγκεκριμένη, μοναδική χροιά της αγάπης. Αν υποθέσουμε, δηλαδή, ότι η μητέρα είναι το ψωμί και το γάλα και ο πατέρας το λάδι και το κρέας, η γιαγιά (ενίοτε και ο παππούς) είναι αναμφίβολα η σοκολάτα και το παγωτό! Μπορεί, σαφώς, να τραφεί, να μεγαλώσει και να ζήσει κανείς χωρίς σοκολάτες και παγωτά - τι παιδικά χρόνια, όμως, και τι ζωή θα ήταν αυτή που θα έκανε...

Το εύθυμο-αγαπητικό χαρμάνι στη σχέση γιαγιάς-παιδιού πρωταγωνιστεί στα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας που έχουν για θέμα τους αυτήν ακριβώς: τη γιαγιά. Ολα, ανεξαιρέτως, τα βιβλία που συζητάμε εδώ ήταν ικανά να σε κάνουν να κλάψεις από τα γέλια. Αυτό, είναι ήδη μια πολύ καλή αρχή. Το ζήτημα «γιαγιά» έχει πλάκα -ή οφείλει να έχει- είναι σαν να μας λένε οι συγγραφείς. Είτε, λοιπόν, διαβάζουμε για την πρώην χίπισσα-του-Μάη-του-68-γιαγιά στα Βίλια Αττικής («Δέκα μέρες με την τρελογιαγιά» της Λώρης Κέζα) είτε για τη μανιώδη λαχανοφάγο γιαγιά του μικρού Μπεν που... πέρδεται ασύστολα σε ένα υποβαθμισμένο λονδρέζικο προάστιο («Η γιαγιά μου η κλέφτρα» του Ντέιβιντ Ουάλιαμς με εικονογράφηση του Τόνι Ρος), η αφήγηση είναι πραγματικά σπαρταριστή.

Οι συγγραφείς φαίνεται να έχουν προκαταβολικά υιοθετήσει την άποψη του παιδιάτρου: σε όλα τα υπό συζήτηση βιβλία η γιαγιά είναι για το Σαββατοκύριακο και όχι για την καθημερινότητα, είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Απαλλαγμένη, έτσι, από τις πεζές μέριμνες και τις υποχρεώσεις (σχολείο, ωράριο) αλλά και από το βάρος της ευθύνης για την ανατροφή, απολαμβάνει μαζί με τα εγγόνια της μια σπάνια ελευθερία, που δεν είναι δοσμένη ούτε στους γονείς ούτε, βεβαίως, στους δασκάλους. Η συνύπαρξη μαζί της προσλαμβάνει διαστάσεις μιας αθώας μεν, περιπέτειας δε. Ολοι το ξέρουμε, άλλωστε, ότι οι γέροι «γίνονται παιδιά». Οπως η γιαγιά του μικρού Μπεν είναι έτοιμη να καβαλήσει μοτοποδήλατο και να επιχειρήσει να κλέψει μαζί του τα Κοσμήματα του Στέμματος από τον Πύργο του Λονδίνου, έτσι και η γιαγιά της Ελλης («Πώς να κρύψεις ένα λιοντάρι από τη γιαγιά», Helen Stephens) όχι μόνον δεν φοβάται το λιοντάρι-συγκάτοικο της μικρής αλλά υπερθεματίζει, μεταφέροντας η ίδια στις αποσκευές της μιαν αρκούδα! Οπως στην πραγματική ζωή, έτσι και στα βιβλία, υπάρχει, λοιπόν, ανάμεσα στους πολύ μικρούς και τους πολύ μεγάλους μια συνενοχή.

Δίχως όρια αγάπη

Αν και προέρχεται από τον κόσμο των ενηλίκων, η γιαγιά δεν αργεί να προσχωρήσει στο «στρατόπεδο» του παιδιού, κρυφά, μάλιστα, από τους «κανονικούς» μεγάλους, που είναι οι γονείς. Πόσες φορές δεν έχει τύχει να έρθουμε, στην πραγματική ζωή, αντιμέτωποι με απίθανες, ευφάνταστες σκηνοθεσίες που αποτελούν κοινό δημιούργημα της πρώτης και της τρίτης ηλικίας; Η Αμερικανίδα γιαγιά Κάρολ της Κέζα είναι αυτή που πρώτη πετά τη σκούφια της για τη φυγή από τα τετριμμένα: στήνει στη μέση της αυλής μια ινδιάνικη σκηνή όπου διανυκτερεύει με τις εγγονές της, δίνοντάς τους, μάλιστα, ινδιάνικα ονόματα. Πόσες φορές δεν επιβεβαιώνονται οι φόβοι των γονέων ότι τα παιδιά θα πράξουν υπό την ανοχή ή και με την ενθάρρυνση των γιαγιάδων ό,τι απαγορεύεται από τους ίδιους ως ανθυγιεινό ή και επικίνδυνο; Αλλά οι γιαγιάδες, στις οποίες συνήθως επίσης απαγορεύεται για λόγους υγείας π.χ. η υπερβολή με τα γλυκά, βρίσκουν συχνά χρυσή ευκαιρία να παρεκτραπούν μαζί με τα εγγόνια τους. «Τι χαμομήλι και κουραφέξαλα! Αλλα σχεδιάζει, πολύ πιο έξαλλα!» γράφει ο πάντα εύστοχος Τριβιζάς στο «Οι γιαγιάδες με τα γιο-γιο», όπου με τις γνωστές πιπεράτες ρίμες του μας οδηγεί στη μυστική παιδική χαρά όπου οι γέροι καταφεύγουν και ξεσαλώνουν. Αντίστοιχα και η Λώρη Κέζα «το τερματίζει» με την εικονική ληστεία γιαγιάς και εγγονών στο κατάστημα με τα ανατολίτικα γλυκά, στη Μάνδρα Αττικής. Κάτι ήξεραν οι κακόμοιροι οι καθωσπρέπει γονείς που δίσταζαν τόσο να αφήσουν τα παιδιά τους στην «τρελογιαγιά»...

Πίσω, ωστόσο, και πάνω από το χιούμορ, τις σκανταλιές και τις παρεκτροπές υπάρχει η θεμελιώδης συνθήκη της σχέσης γιαγιάς-εγγονιών: είναι η μεγάλη, δίχως όρια αγάπη. Το παιδί του παιδιού μου είναι δύο φορές παιδί μου, λέει ο λαός, και η λογοτεχνία, ελληνική και ξένη, δεν τον διαψεύδει. «Σ’ αγαπώ, γιαγιά» είναι ο τίτλος ενός βιβλίου για πολύ μικρά παιδιά, με τυπικά στιγμιότυπα από ένα 24ωρο γιαγιάς-εγγονού και πρωταγωνιστές δύο ανθρωπόμορφους κούνελους («Σ’ αγαπώ, γιαγιά» των Xanna Chown και Veronica Vasylenco). Αυτό, όμως, το «σ’αγαπώ» δεν είναι παρά η αντανάκλαση του πολύ μεγαλύτερου «σ’ αγαπώ» που εκπέμπει η γιαγιά προς το εγγόνι. Κι αν κάτι επιτρέπει σε αυτή την αγάπη να ξεδιπλωθεί με τρόπο τόσο μοναδικό, είναι αυτή η ιδιαίτερη σχέση με τον χρόνο: σε αντίθεση με τους υπεραπασχολημένους, αγχωμένους γονείς, οι γιαγιάδες έχουν όλο τον χρόνο δικό τους και τον αφιερώνουν στα παιδιά, στην εξαιρετική συνθήκη των λίγων ωρών ή του Σαββατοκύριακου ή των διακοπών. Είναι ένας χρόνος-εκτός-χρόνου: παιχνίδι, μεταμφιέσεις, αφήγηση ιστοριών, θέαση φωτογραφιών και αναδίφηση στο οικογενειακό παρελθόν, αποκαλύψεις, ζαχαροπλαστική, μαγειρική, διαρκής ευρηματικότητα και επινοητικότητα -κι όλα αυτά θεμελιωμένα στο έδαφος της αυτονόητης αγάπης και της οικογενειακής, αλλά ταυτόχρονα έξω από την «στενή» εκδοχή της.

Ολοκληρωτικά δικές μας

Οσο όμως καθησυχαστικά απεριόριστος μοιάζει ο χρόνος των γιαγιάδων στο εδώ-και-τώρα, τόσο ανησυχητικά κοντά μοιάζει, συχνά, να βρίσκεται το τέλος όλου του χρόνου τους, της ίδιας δηλαδή της ζωής τους.

Η κλέφτρα-γιαγιά του μικρού Μπεν τα ρισκάρει όλα για όλα ίσως επειδή γνωρίζει, πλέον, από τους γιατρούς ότι οι μέρες της είναι μετρημένες.

Το βραβευμένο από το περιοδικό «Αναγνώστης» βιβλίο της Βούλας Μάστορη «Γιαγιά στο ψυγείο» (εικονογράφηση Ιριδας Σαμαρτζή) αφηγείται με τρόπο σπαρταριστό αλλά και σφίγγοντάς σου, ταυτόχρονα, την καρδιά τις άοκνες προσπάθειες των πιτσιρικάδων Λέανδρου και Φαίδωνα να διατηρήσουν τη γιαγιά τους αγέραστη, να την εμποδίσουν, όπως λένε, να «ξεραθεί», σαν λουλούδι ή σαν φρούτο, με τη βοήθεια πότε της μπανιέρας, πότε της κρέμας σοκολάτας και πότε του επαγγελματικού ψυγείου του κρεοπώλη.

«Δεν είμαι ούτε λουλούδι ούτε ζώο, αλλά άνθρωπος», την άκουσαν να λέει σαν παραμύθι. «Αν μπω στο ψυγείο, δεν θα ξεραθώ σαν γιαγιά αλλά δεν θα έχω ζωή. Για να έχεις ζωή, για να έχεις ολόκληρη ζωή, πρέπει να γίνεις και γιαγιά - ξεραμένη γιαγιά», λέει η γιαγιά τους στο τέλος της ιστορίας.

Η κλέφτρα γιαγιά του μικρού Μπεν, η Gangsta Granny, που έχει γίνει ήδη ταινία αλλά και θεατρική παράσταση, πεθαίνει ήρεμα στο κρεβάτι του ασύλου ανιάτων, τον ρόλο της, όμως, αναλαμβάνει η συλλογική «Granny», η Βασίλισσα που, σκανταλιάρικα, δείχνει το βρακί της με τη σημαία της Αγγλίας (!) κατά το χριστουγεννιάτικό της διάγγελμα, σε μια σκηνή τρομερού βρετανικού χιούμορ.

Να κάτι που, παρεμπιπτόντως, δύσκολα θα διαβάζαμε σε σελίδες ελληνόφωνης παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας όπου, εικάζουμε, είναι μάλλον ευκολότερο να ωραιοποιείς τους αντισυστημικούς κάθε είδους παρά να σατιρίζεις τα εθνικά σύμβολα. Ας είναι, θα παρηγορηθούμε, αντί άλλων, με Τριβιζά: «...Μία φορά κι έναν καιρό/ήταν ένα όμορφο μωρό/που μεγάλωσε, παρακαλώ,/κι έγινε όμορφη γιαγιά,/αλλά πού και πού/ ξαναγυρνά/σ’ εκείνη την αξέχαστη,/εκείνη την παλιά/των ονείρων της/την παιδική χαρά...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ