ΘΕΑΤΡΟ

Ακριβέ μου αδελφέ Χαρίλαε

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Η Αννα Κοκκίνου στο έργο «Ο παπαγάλλος μου», που σκηνοθέτησε η ίδια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΣΟΦΙΑ ΤΡΙΚΟΥΠΗ
Ο παπαγάλλος μου
σκηνοθ.: Αννα Κοκκίνου
θέατρο: Σφενδόνη

Στο κέντρο της ολοσκότεινης σκηνής υποψιαζόμαστε (καθισμένοι στη μια της μόνο πλευρά) κάτι σαν παβιγιόν, περίκλειστο από σκούρα, υφασμάτινα στόρια. Ενα αγόρι κι ένα κορίτσι (προφανώς ο έφηβος Τρικούπης και η μικρότερη αδελφή του, Σοφία) μπαίνουν τρέχοντας. Φορούν τυπικά ρούχα της αστικής τάξης του 19ου αιώνα. Πλησιάζουν το παβιγιόν, αφήνουν στο κατώφλι του κάτι μικροπράγματα και πιάνοντας τα σχοινάκια σηκώνουν το μπροστινό του πέτασμα.

Αμυδρότατα φωτισμένη, πλάτη στο κοινό, εμφανίζεται μια μεγεθυσμένη φιγούρα με γκρίζο, μακρύ φόρεμα σε μαύρο φόντο. Εικόνα μεταξύ βαθυτυπίας και δαγκεροτυπίας. Αργά αρχίζει να περιστρέφεται προς το μέρος μας. Ξεχωρίζουν το τουρνούρι που ανασηκώνει το πίσω μέρος του ταφταδένιου φορέματος, ένα μικρό λοφίο στη κορυφή της κεφαλής και η κεφαλή, γερμένη ελαφρά στο πλάι, σωπαίνει. Κάποτε, με φωνή λυπημένη και σχεδόν παιδική ακούγεται να λέει: «Από τις χθες δεν έχω πλέον τον παπαγάλλον μου».

Σταδιακά, διακρίνουμε το πελιδνό πρόσωπο, τα κατακόκκινα (θέατρο Νο) βαμμένα βλέφαρα, τα νευρικά χέρια σε μαύρα, δικτυωτά γάντια, το παράξενο χτένισμα που μου θυμίζει λίγο σαμουράι και λίγο Ρεβέκκα στον πύργο του Μέντερλι. Η ανεπαίσθητη κίνηση θυμίζει κούκλα, περιστρεφόμενη πάνω σε μηχανισμό. Προφανώς η μακριά φούστα κρύβει υπερμεγέθεις κοθόρνους πάνω στους οποίους η αυτοσκηνοθετούμενη ηθοποιός στέκει, περιστρέφεται, αναθυμάται, ταράζεται επί 75 λεπτά.

Ως Σοφία Τρικούπη (ανύπανδρη αδελφή, έμπιστη, μορφωμένη και ικανή γραμματέας, βοηθός και συμπαραστάτρια στην πολιτική σταδιοδρομία του επίσης εργένη Χαρίλαου Τρικούπη, επτά φορές πρωθυπουργού της Ελλάδας το διάστημα 1875–1894) η Αννα Κοκκίνου είναι αρχοντική, καρτερική, γεμάτη λατρεία για τον αδελφό της, μοναχική, ανεπαίσθητα φουτουριστική στην σταδιακή της ταύτιση με το εξωτικό πτηνό και εξόχως θεατρική. Μια τελετουργικά πενθούσα ύπαρξη και σκευή (κοστούμια Δέσποινα Μακαρούνη).

Το ανέκδοτο κείμενο της Σοφίας Τρικούπη για τον πολυαγαπημένο παπαγάλο της (προ δεκαετιών δώρο του αδελφού της), μοναδική της συντροφιά μετά τον θάνατο εκείνου, είναι η αφορμή για μια «καλειδοσκοπική» αναδρομή στην άγνωστη καθημερινότητα, στον βίο και στην πολιτεία του αδελφού της. Μια αναδρομή στα πολιτικά ήθη της εποχής κι ένα σεμνό ανασήκωμα του προσωπικού της παραπετάσματος απ’ όπου σφοράρει η τρυφερή ψυχή, η ευγένεια, η καλλιέργεια μιας σπουδαίας προσωπικότητας κι «εξαιρετικής φυσιογνωμίας της νεότερης Ελλάδας».

Η αισθαντικότητα, η αξιοθαύμαστα περιγραφική και μεταφορική δύναμη, η αμεσότητα της γραφής, η εικονοποιία, η θεατρικότητα, οι ρυθμοί και χρωματισμοί της καθαρεύουσας γλώσσας μαρτυρούν όχι μόνον την ποιότητα και το συγγραφικό άγγιγμα της Σοφίας Τρικούπη, αλλά και την ανιχνευτική ικανότητα της Αννας Κοκκίνου να ξετρυπώνει και να αναδεικνύει, κάθε τόσο, σπάνια κείμενα που την εκφράζουν (δραματουργική συνεργασία: Νίκος Φλέσσας).

Είναι ένα μάθημα για ηθοποιούς, πώς μπορεί να λάμπει η υποκριτική τέχνη στο σκοτάδι ή στη σκιά (φωτισμοί Μελίνας Μάσχα), πώς η τελετουργική στασιμότητα της κίνησης (Αγγελική Στελλάτου) επιβάλλεται στις προκαταλήψεις του θεατή για διαρκή δράση και πλοκή. Αυτοκυριαρχία σώματος, διαρκής περιπέτεια φωνής, εσωτερική εναλλαγή ρυθμών, μοναδική εκφορά των κραδασμών ψυχής και μνήμης, είναι τα μυστικά που συνοδεύει η μουσική της Στέλλας Γαδέδη.

Αξιοθαύμαστο πώς πλάθεται και κορυφώνεται μέσα στην ακινησία ένα κλίμα αληθινού σκηνικού σασπένς: Το μεταμορφωτικό δαιμόνιο του φαινομένου Κοκκίνου μετατρέπει αργά αργά το παβιγιόν σε κλουβί πουλιού, την ίδια σε ελεύθερη- εγκλωβισμένη ενός αινιγματικού περιβάλλοντος που αργοσαλεύει στο βάθος της σκηνής (Δημήτρης Ταμπάκης με συνδρομή του Αγγελου Μέντη) μέχρι να μας αποκαλύψει στο φινάλε, με συνωμοτική απλότητα και ταχυδακτυλουργική ευστοχία, την ταύτισή της με τον αγαπημένο της «παπαγάλλον».

Γυρίζοντας –όπως άρχισε– πλάτη στο κοινό, αποκαλύπτει κάτω από το αυστηρό τουρνούρι της βικτωριανής φούστας της μια εκτυφλωτική, κατακόκκινη, υφασμάτινη ουρά. Ταιριαστή με το κόκκινο των βλεφάρων της, ίσως... και με τη χρωματική παραπομπή του ονόματός της.

Η μικρή Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου και ο Θοδωρής Θεοδωρακόπουλος πάνω σε ξυλοπόδαρα φροντίζουν για το κλείσιμο της «αυλαίας» του παβιγιόν-κλουβιού και για το παιγνιώδες φινάλε μιας παράστασης, που προορίζεται για πολλά ακόμη φινάλε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ