ΒΙΒΛΙΟ

Συγκατοίκηση «σοβαρών» - «ελαφρών»

ΜΑΡΛΕΝΑ ΠΟΛΙΤΟΠΟΥΛΟΥ

Σκηνή από την παράσταση του ντοστογεφσκικού «Εγκλημα και τιμωρία» σε σκηνοθεσία Λεβάν Τσουλάτζε.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η αστυνομική λογοτεχνία τις τελευταίες δεκαετίες ανεβαίνει σε πωλήσεις αλματωδώς. Παράλληλα με την εκτίμηση του κοινού, αλλάζει αργά αλλά σταθερά και η στάση των κριτικών. Αποπαίδι κάποτε της λογοτεχνίας, κατάφερε να βγάλει από πάνω της τη ρετσινιά του λαϊκού είδους και να κατακτήσει μια θέση σημαντική σε εκδοτικούς οίκους, ράφια βιβλιοπωλείων, σενάρια ταινιών και σίριαλ, κριτικές παρουσιάσεις εντύπων και ιντερνετικών μέσων. Ενώ οι αναγνώστες ανταποκρίνονται θετικά στην τάση της εποχής που βλέπει το αστυνομικό μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό μοχλό κριτικής της κοινωνίας και των αξιών της, η οικογένεια των συγγραφέων τροφοδοτείται συνεχώς με νέο αίμα από δημοσιογράφους και επιστήμονες διαφορετικών πεδίων που βάζουν τη γνωσιολογική τους επάρκεια στην υπηρεσία του αστυνομικού γρίφου, της αποκάλυψης και της κατανόησης του σύγχρονου κόσμου αλλά και της ιστορίας, εμπλουτίζοντας συνεχώς το είδος. Κάθε τόσο κάποια διαμάντια ξεχωρίζουν όχι μόνο για τη μυθοπλαστική τους δεινότητα, αλλά και για τη συγγραφική αρτιότητα, έμπνευση και μοναδικότητα. Η περιφρόνηση για το είδος έχει μειωθεί στο ελάχιστο ύστερα από μια εικοσαετία ποιοτικής και ποσοτικής επίθεσης της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν έχω παρά να χαιρετίσω με ευχάριστη έκπληξη την απόφαση της επιτροπής των βραβείων του περιοδικού «Αναγνώστης» να συμπεριλάβει τρεις συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας στη μικρή λίστα για το ελληνικό μυθιστόρημα. Είναι εξαιρετικά γοητευτικό το στοίχημα της συγκατοίκησης των «σοβαρών» και των «ελαφρών» της λογοτεχνίας, για να χρησιμοποιήσω φρασεολογία από τον χώρο της μουσικής. Δεν θα πρωτοτυπήσω λέγοντας πως τα θέματα της λογοτεχνίας στροβιλίζονται αιώνες τώρα γύρω από τις λέξεις έρωτας, εξουσία, πόλεμος, δικαιοσύνη, θάνατος.

Η αστυνομική λογοτεχνία παίζει με δύναμη, συχνά σκληρότητα, κάποτε με χιούμορ ή φιλοσοφική διάθεση σε όλα τα ταμπλό. Μια μικρή γεύση από την τριάδα του «Αναγνώστη».

Δημήτρης Καπετανάκης, «Ας πέσουμε», εκδ. Εστία, σελ. 272

Νουάρ μυθιστόρημα κάτω από τα διαλυτικό φως της Υδρας και υπό την ποιητική και μουσική σκέπη του Λέοναρντ Κοέν. Η ζωντάνια της γλώσσας, η ορμή του ήρωα, η αμεσότητα της διήγησης και κυρίως ο ρυθμός είναι αρετές σπάνιες στην ελληνική λογοτεχνία. Ο Καπετανάκης καταφέρνει να ξεφύγει από τον εύκολο ρεαλισμό, σπάζοντας κάθε τόσο το όριο του τετριμμένου στους διαλόγους και του αυτονόητου σε περιγραφές και σχόλια. Ραγίζει στιγμιαία και τη μυθιστορηματική σύμβαση μιλώντας κατευθείαν στον αναγνώστη ως συγγραφέας με έναν τρόπο ιδιαίτερα σβέλτο, άμεσο και χαριτωμένο. Οι υπαρξιακές αγωνίες των ηρώων, γραμμένες με πάθος και έπαρση, αναιρούν κάθε σοβαροφάνεια.

Σκακιστής ο ήρωάς του Αγις Πλατής, με αστείρευτη διάθεση για έρωτα, ζωή, ποτό και δύσκολα παιχνίδια, θα συμμετάσχει στη διερεύνηση τεσσάρων φόνων και κάποιων εξαφανίσεων εφήβων – μέλη όλοι της κοινωνίας των πλουσίων εποίκων του νησιού. Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, γραφή και πλοκή σε παρασέρνει, σε ορισμένες σελίδες όμως απαιτεί μεγάλη προσοχή από τον αναγνώστη. Στο τέλος, ο συγγραφέας επιχειρεί ένα άλμα. Ζητάει βοήθεια από την επιστημονική φαντασία για να δώσει λύση και καταφεύγει στην παγκοσμιοποίηση του μέλλοντος μας για να ισορροπήσει ο ήρωάς του απέναντι στο καλό και στο κακό. Το παιχνίδι μοιάζει να τελειώνει με ισοπαλία, αλλά ο Αγις νιώθει νικητής. Επειδή κατάλαβε την αλήθεια ή επειδή σιωπώντας παίρνει θέση από τη μια μεριά της σκακιέρας;

Στη δεύτερη περίπτωση εγείρονται πολλά ερωτήματα σε σχέση με την απόδοση Δικαιοσύνης και τα ηθικά άλλοθι που οδηγούν στην τρομοκρατία.

Δημήτρης Μαμαλούκας, «Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών», εκδ. Κέδρος, σελ. 552

Εδώ η τρομοκρατία βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου. Ο Μαμαλούκας (ο οποίος είναι υποψήφιος και στο λογοτεχνικό βιβλίο για παιδιά με το «Η μεγάλη ληστεία της χρηματαποστολής», εκδ. Κέδρος) γνωρίζει πολύ καλά το αστυνομικό μυθιστόρημα, δεν καινοτομεί, αλλά φτιάχνει ένα χορταστικό αστυνομικό με γερή δομή και ανθεκτικούς στην πραγματικότητα ήρωες. Στοιχεία νουάρ και πολιτικού θρίλερ ενδυναμώνουν την πλοκή, όπου η αναμέτρηση με την ιστορία και την ιδεολογία οδηγεί στην εκδίκηση, η ακραία παραβατικότητα διαβρώνει τον κοινωνικό ιστό και η αναζήτηση της αλήθειας αποδεικνύεται μια πολύ επικίνδυνη υπόθεση.

Ο συγγραφέας αφήνει την Ελλάδα και τοποθετεί την ιστορία του στη γειτονική Ιταλία, την οποία γνωρίζει πολύ καλά – Ρώμη, Μιλάνο, Μπολόνια και ιταλική εξοχή. Μπαινοβγαίνει με σιγουριά από τη δεκαετία του εβδομήντα, τότε που «ανθούν» οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, στο κοντινό 2007, όταν ένας νεαρός φοιτητής εξαφανίζεται και η μητέρα του ανοίγει τον χορό της έρευνας αναθέτοντας τη διαλεύκανση στο δίδυμο των ερευνητών που έχει δημιουργήσει ο συγγραφέας σε προηγούμενα βιβλία του. Μια ακόμα παραλλαγή πολλών διδύμων της αστυνομικής λογοτεχνίας, στη λογική πως τα αντίθετα αλληλοσυμπληρώνονται.

Επιλέγει την εναλλαγή της αφήγησης από πρώτο σε τρίτο πρόσωπο ορίζοντας έτσι τον βασικό του ήρωα, τον Νικόλα Μιλάνο. Βοηθοί του στη δημιουργία κλίματος, η μουσική, οι λεπτομέρειες για ποτά και φαγητό. Κλισέ πλέον στην αστυνομική λογοτεχνία, παράλληλοι κώδικες που ενισχύουν την οικειότητα του αναγνώστη εμπλουτίζοντας συναισθηματικά τη γραφή.

Το ύφος του στις πρώτες σελίδες σε προετοιμάζει για ένα κείμενο μοντέρνο, γρήγορο, στακάτο. Μόνο στην εισαγωγή. Αμέσως μετά η αφήγηση γίνεται πιο κλασική και απλώνεται σε πεντακόσιες και κάτι σελίδες με έντονη δράση και ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Επεξεργάζεται πολύ καλά τα ιστορικά του στοιχεία, εναλλάσσει τη σκληρότητα με εσωτερικότητα, αφήνει νότες κάποιας μελαγχολίας, δεν διστάζει να γίνει ρομαντικός. Κινείται μέσα στην πολιτική ορθότητα του αδιεξόδου της τρομοκρατικής πάλης, χωρίς ποτέ να κάνει μάθημα, όλα προκύπτουν από την πλοκή. Γλωσσικά, μυθοπλαστικά και ως προς το μέγεθος απευθύνεται στο μεγάλο κοινό του αστυνομικού με επιτυχία. Τα κλισέ είναι εκεί για να τα βάλει στο προσωπικό του μίξερ, να ικανοποιήσει τον αναγνώστη που θέλει να διαρκέσει πολύ η διαδικασία της αποκάλυψης, αλλά και τον πιο ανυπόμονο δεν τον χάνει διότι η ιστορία του είναι γερά θεμελιωμένη στη σύγχρονη πραγματικότητα και τις απαιτήσεις για ποικιλία και δράση που έχει επιβάλει η κινηματογραφική ματιά. Μια ελαφρά φιλοσοφική διάθεση δεν λείπει. Σίγουρα έχει δίκιο η Ελισάβετ Κοτζιά, σε κριτική της στις στήλες αυτής της εφημερίδας, όταν έγραφε πως πρόκειται για «σκεπτόμενη λογοτεχνία».

Βασίλης Δανέλλης, «Ανθρωπος στο τρένο», εκδ. Καστανιώτη, σελ. 144

Σκεπτόμενη λογοτεχνία είναι σίγουρα και το βιβλίο του Δανέλλη, μόνο που δεν είναι αστυνομική, αν και κινείται μέσα σε ένα σκηνικό από τα πιο αγαπημένα της αστυνομικής λογοτεχνίας, ένα σταθμό τρένου.
Ενας νέος δημοσιογράφος αποφασίζει να ασχοληθεί με τον θάνατο δύο ανδρών στον σταθμό του τρένου. Ο ένας έπεσε στις γραμμές και τον πάτησε η αμαξοστοιχία, ο άλλος που μίλησε για λίγο μαζί του παθαίνει έμφραγμα. Ο νεαρός θα μιλήσει με πέντε μάρτυρες, θα ακούσει τις διαφορετικές ιστορίες τους, θα νιώσει τους φόβους τους, θα απελπιστεί από την αδιαφορία και την υποκειμενικότητα. Ο ίδιος θα αντιπαραθέσει την ψυχρή οπτική της δημοσιογραφικής έρευνας στην ουσιαστική ανάγκη για αλήθεια και κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης και θα εναποθέσει τις ελπίδες του για σύνθεση στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Ο Δανέλλης αντιπαραθέτει τον κεντρικό του ήρωα με τους μάρτυρες, ήρωες χωρίς ιδιότητες, χωρίς ταυτότητα, με αποτέλεσμα γραφή και αναγνώστες να αιωρούνται ανάμεσα στα διλήμματα της συγγραφής, την ερμηνεία της στιγμής, την αιτιολόγηση του τυχαίου. Μια αύρα υπερρεαλισμού φυσάει μέσα σε ένα ρεαλιστικό σκηνικό. Η επίγνωση πως τα αλλεπάλληλα σενάρια των αφηγητών για το τι μπορεί να συνέβη δεν θα καταλήξουν σε κάποιο συμπέρασμα, ένα κάποιο τέλος που να δίνει υπόσταση στους δύο νεκρούς του σταθμού, αφήνει χαλαρή τη σχέση του αναγνώστη με το υπαρξιακό βάσανο των ηρώων. Μέσα σε μια γοητευτική ατμόσφαιρα το βιβλίο οδηγείται σε έναν καφκικής και μπεκετικής διάθεσης στοχασμό πάνω στις πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας, της ειμαρμένης και της φαντασίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ