ΒΙΒΛΙΟ

Ποίηση έκθετη προ των πυλών του ανεξήγητου της ψυχής...

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ

Κική Δημουλά: Τώρα που ο χρόνος δεν περισσεύει, ιδρύει νέους κανόνες με όσα έδυσαν δίχως να ανατείλουν. Την ίδια στιγμή, αν και δεν γράφει για επίκαιρα θέματα, εντούτοις η ποίησή της είναι τόσο επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
Ανω τελεία
εκδ. Ικαρος, σελ. 44

Οι εκπλήξεις με την «Ανω τελεία» της Δημουλά εμφανίζονται συχνά και ενεργούν δραστικά και διαδοχικά – μέχρι να βρεις τον χρόνο να συνέλθεις απ’ τη μία ακολουθεί η επόμενη. Πρόκειται για εκπλήξεις ύφους, γλώσσας, νοήματος, θεματολογίας, μεταφορών, συμβολισμών, συνακόλουθων βλέψεων του αναντίρρητου, μια ευφυής διαδικασία φαινομενικά απλή, που περνάει μέσα απ’ τον ψυχισμό και διοχετεύεται προς πάσαν κατεύθυνση, εξημερώνοντας την αδυσώπητη πραγματικότητα. Η ποιήτρια δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον κόσμο, ούτε να ερμηνεύσει τα καθέκαστα της ζωής, ούτε να επεξηγήσει τα μυστικά κλειδιά της ποίησης, διότι στην καλή ποίηση δεν υπάρχουν μυστικά: οι επισκέπτες-αναγνώστες του ποιήματος μπαίνουν και βγαίνουν ελεύθερα μέσα στο ποίημα, ελεύθεροι να δώσουν την ερμηνεία που τους βολεύει. Και αυτό είναι μία από τις επιτυχίες της Δημουλά: η ποίησή της είναι βατή, προσιτή, καθόλου εγκεφαλική, δεν είναι ένα όστρακο που δυσκολεύεσαι να το ανοίξεις. Και είναι σαν ένα φροντιστήριο για το νόημα της ανθρώπινης συνθήκης, της ζωής, του έρωτα, της μοναξιάς, της λύπης, του θανάτου, του απείρου, κοντά στις πλαγιοκοπήσεις μιας καθημερινότητας που χάνει τον ρυθμό της λόγω έλλειψης βηματισμού. (Πολλά χρόνια πριν και σίγουρα πριν πάρει το Βραβείο Νομπέλ –πρέπει να ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80 που ζούσα στο Σαν Φρανσίσκο– όταν διάβασα για πρώτη φορά τα ποιήματα της μεγάλης Πολωνής ποιήτριας Βισουάβα Σιμπόρσκα στα αγγλικά, είχα δει τις ομοιότητες της ποίησής της με της Δημουλά και ότι οι δυο τους είχαν την ίδια θεματολογία, το ίδιο τέμπο, την ίδια στόφα.

Πρόκειται για ποίηση με οικεία θέματα που προϊδεάζει για Νομπέλ…)

Αν και η Δημουλά δεν γράφει για επίκαιρα θέματα, εντούτοις η ποίησή της είναι τόσο επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε. Αν και φαίνεται να γράφει για τον εαυτό της, εντούτοις είναι ποίηση που μας αφορά όλους, μεταφέροντάς μας από τον προσωπικό στον συλλογικό χρόνο: μαζεύει σιωπές, απώλειες, χαρές, απελπισίες, αμφισημίες, ξυπνώντας μέσα μας το βαρύ φορτίο της ανθρώπινης συνθήκης. Λήθη και μνήμη μονομαχούν. Στραγγίζει τη λήθη και βγάζει μνήμη. Η λήθη εγκαταλείπει τη μνήμη χάριν του χρόνου που περνά από πάνω της αδυσώπητος.

Αβέβαιη η ποιήτρια αν πηγαίνει ή αν έρχεται, αν φθάνει κάπου ή αν αναχωρεί από κάπου, όπως στο χωρίς τίτλο ποίημα στη σελίδα 33: Μακρύ κουραστικό ταξίδι / το πεπρωμένο / μα το χειρότερο / πας ή έρχεσαι δεν ξέρεις. Αβέβαιη αν η ζωή είναι μια νίκη ή μια ήττα, ένα σκοτεινό δάσος ή ένα ξέφωτο, μια σκλαβιά ή μια ελευθερία. Διότι η Δημουλά, τώρα που ο χρόνος δεν περισσεύει, ιδρύει νέους κανόνες με όσα έδυσαν δίχως να ανατείλουν. Και με τα 27 ποιήματα της «Ανω τελείας» προτρέπει προς μια συμβιωτική κοινωνία που δεν θα τη στοιχειώνουν ο αυτοθαυμασμός, η ασημαντολογία, η ιδιοτέλεια, ο αυτισμός, ο μικρός μας, συμπλεγματικός εαυτός.

Στο ποίημά της «Εφτάψυχη», η ποιήτρια δίνει ραντεβού με το ανεξήγητο (της ψυχής). Αλλά φαίνεται ότι κάτι πάει στραβά και το ραντεβού δεν πραγματοποιείται, είτε διότι ο χρόνος ωριμάζει πριν από την ώρα του είτε διότι γίνεται ένα μπέρδεμα φιλοσοφικής λίθου. Το παραθέτω: Αμάν, ψυχή. Με κούρασες / με τις απανωτές απόπειρες / αυτοκτονίας. / Κι επέζησες / ακόμα κι όταν άκουσες να λένε / μάλλον πως δεν υπάρχεις. / Τι πιο θανατηφόρα πιθανότητα; / Και τώρα νέα επικαλείσαι αγωνία / πως θα ζήσεις όταν / σ’ εγκαταλείψει το σώμα. / Σύνελθε. / Σώμα είναι και η νοσταλγία.

Ζούμε σε εποχές δύσκολες, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά διεθνώς. Η ποίηση θα μπορούσε να είναι η μαμή που ξεγεννά ελπίδα, αισιοδοξία, συμπόνια, καλοσύνη, κατανόηση, αξιοπρέπεια, αυτοσεβασμό. Στην περίπτωση της Δημουλά είναι η μαμή. Συν σαν να είσαι σε πύργο και από ένα παράθυρό του να θαυμάζεις τη θέα της ζωής. Ή σε μια σπηλιά εσωτερικής ενατένισης. Ομως μια σπηλιά με παλαιολιθικές απεικονίσεις, τις οποίες η ποιήτρια ερμηνεύει για χάρη μας, αγγίζοντας τον δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων (των πραγμάτων). Είναι μια σπηλιά τυλιγμένη από το νέφος του απεριόριστου, του αδιευκρίνιστου, του ανεξήγητου. Είναι, κατά συνέπεια, ποίηση με σάρκα και οστά, περιφερόμενη στους δρόμους της καθημερινότητας με βλέμμα ορθό.

Τέλος, η Δημουλά μας θυμίζει ότι η ποίηση μας λυτρώνει. Η ζωή, ωστόσο, είναι δική μας όχι μόνο για να την απολαύσουμε αλλά και για να την προστατεύουμε (ακόμη και από τον εαυτό μας) και να τη βελτιώνουμε για τις επόμενες γενιές. Και είναι αυτό το ύψιστο ηθικό καθήκον του ποιητή. Και είναι ποίηση με σκληρό, λυτρωτικό χαμόγελο που συμπαρασύρει τον αναγνώστη σε τόπους οικείους (έστω κι αν το αγνοεί), εμπλέκοντας το τραγικό της ζωής με το ελάχιστο φως που του χρειάζεται όταν φουντώνει γύρω του η μαυρίλα της απελπισίας. Για να τα βγάζει πέρα. Οπότε η ποίηση δεν είναι κάτι άχρηστο, όπως ισχυρίζονται οι υλιστές, οι τεχνοκράτες και οι δήθεν πραγματιστές.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ