Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Σύσκεψη πολιτικών αρχηγών για το χρέος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αίφνης, άνοιξε συζήτηση για σύσκεψη πολιτικών αρχηγών με αντικείμενο την υιοθέτηση εθνικής στρατηγικής στο θέμα του χρέους. Θα ήταν εξαιρετική εξέλιξη. Οχι μόνο τώρα. Εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά όλα αυτά σε μιαν άλλη, φυσιολογική Ελλάδα, όπου οι μεν δεν θα είχαν καθυβρίσει τους δε ως γερμανοτσολιάδες, γκεσταπίτες και προδότες. Μια Ελλάδα, όπου οι πολιτικοί αντί να προτάσσουν το προσωπικό και κομματικό συμφέρον, θα ενεργούσαν με γνώμονα το εθνικό. Μια Ελλάδα όπου οι πολιτικοί δεν θα ήταν μονοδιάστατα «αντιμνημονιακοί» όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, μεταλλασσόμενοι σε ρεαλιστές όταν αναλάμβαναν την εξουσία, με αποτέλεσμα τις συνεχείς αλληλοκατηγορίες, την απώλεια χρόνου και αποτελεσματικότητας και, πάνω από όλα, την πλήρη έλλειψη αξιοπιστίας που παρατηρούμε την τελευταία επταετία.

Μια σύσκεψη των αρχηγών θα ήταν χρήσιμη εάν στη διάρκειά της όλοι εργάζονταν για το καλό του τόπου, μέσα από υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Και όχι να έβλεπαν τη συνάντηση ως ευκαιρία για να επιρρίψουν ή να μετακυλίσουν ευθύνες στους άλλους.

Η σχετική συζήτηση ξεκίνησε από τον Δημήτρη Παπαδημούλη, ο οποίος κάλεσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να μιλήσει τηλεφωνικά με την Αγκελα Μέρκελ και τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και να στηρίξει την προσπάθεια της κυβέρνησης. Διερωτήθηκε, μάλιστα, «αν δεν συνεννοηθούμε τώρα, πότε θα συνεννοηθούμε;».

Ορθή η σκέψη. Αλλά διερωτήθηκε ο αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου εάν προσέφερε ο Αλέξης Τσίπρας ανάλογη εθνική στήριξη στον προκάτοχό του; Συμμετείχε ποτέ ο ΣΥΡΙΖΑ σε μια εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης, όπως μάταια ζητούσαν ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος;

Αλλά ας αφήσουμε το παρελθόν. Οταν διακυβεύεται το καλό του τόπου, δεν μπορούμε να μεμψιμοιρούμε. Οφείλουμε να κοιτάμε στο μέλλον. Οντως, θα μπορούσε η αντιπολίτευση να συμμετάσχει σε μια κοινή προσπάθεια. Αλλά για να συμβεί αυτό, εκ των πραγμάτων τίθενται κάποιες αυτονόητες προϋποθέσεις: ότι οι κυβερνώντες δεν θα υβρίζουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους και δεν θα τους κατηγορούν ότι ως κυβέρνηση δήλωναν πως το χρέος ήταν βιώσιμο, ενεργώντας ως «μερκελιστές». Διότι όχι μόνο ήταν διαφορετικό τότε το περιβάλλον, αλλά υπάρχει και μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο τι μήνυμα εκπέμπει μια κυβέρνηση προς τους επενδυτές (το χρέος είναι βιώσιμο) και τι διεκδικεί από τους δανειστές (ελάφρυνση, διότι προφανώς δεν είναι).

Τη στιγμή που η κυβέρνηση, ευρισκόμενη σε εξαιρετικά δυσχερή θέση, ζητεί τη στήριξη των υπολοίπων κομμάτων, εάν αυτά ανταποκριθούν και τη συνδράμουν, οφείλει κατ’ ελάχιστον να αναγνωρίσει δημόσια την υπέρβαση που θα τολμήσουν και να δεσμευθεί ότι δεν θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει πολιτικά ενδεχόμενα οφέλη που θα προκύψουν από την υιοθέτηση κοινής στάσης. Διότι δεν μπορεί να ζητείς από τον αντίπαλο να σε στηρίξει στα δύσκολα –ακόμη και αν το κάνει για τη χώρα, όχι για σένα– και εάν το κάνει και υπάρξει αίσιο τέλος, να επιχειρήσεις να πιστωθείς εσύ την επιτυχία εις βάρος του.

Μέρος της εξίσωσης της εθνικής συστράτευσης, και μάλιστα σε πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι ήδη ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως φάνηκε και από το άρθρο του στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής. Εάν οι προθέσεις της κυβέρνησης ήταν ειλικρινείς, και η Ελλάδα φυσιολογική χώρα, η συμπεριφορά του πρωθυπουργού, παλαιότερα και τώρα, θα ήταν διαφορετική, και τότε ο πολιτικοί αρχηγοί και σε συσκέψεις θα συμμετείχαν, και σε κοινή στάση για το χρέος θα μπορούσαν να συμφωνήσουν ενδυναμώνοντας τη θέση της χώρας, καθώς οι εταίροι αναζητούν διαβεβαιώσεις για τη συνέχεια και τη συνέπεια του ελληνικού κράτους. Ομως, αν υπήρχε αυτή η άλλη Ελλάδα, τα πράγματα από την αρχή της κρίσης θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Και όχι μόνο θα είχαμε καταλήξει σε μια ευρύτερη συνεννόηση και συναίνεση, αλλά θα είχαμε σχηματίσει και οικουμενική κυβέρνηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ