ΒΙΒΛΙΟ

Η ανθούσα ναυτιλία της Επτανήσου Πολιτείας

ΜΙΧΑΛΗΣ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ

Από το εικαστικό υλικό της έκδοσης. Ο λιμένας του Αργοστολίου κατά το τέλος του 18ου αιώνα. Ελαιογραφία αγνώστου. Μουσείο Μπενάκη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κάποτε στα χρόνια της Κατοχής, ένας έφηβος στο Αργοστόλι, αναδιφώντας την οικογενειακή βιβλιοθήκη έπεσε πάνω στο βιβλίο του Εμμανουήλ Ροδοκανάκη «Bonaparte et les IIes ioniennes» [O Βοναπάρτης και τα Επτάνησα] που είχε εκδοθεί στο Παρίσι το 1899. Εκεί λοιπόν διάβασε, μεταξύ άλλων, ότι ο Καποδίστριας, ως υπουργός της Ρωσίας σε ένα υπόμνημά του ανέφερε ότι: «Η [Επτάνησος] Πολιτεία διέθετε ανθούσα εμπορική ναυτιλία. Μέσα στο μικρό διάστημα των επτά ετών [της ύπαρξής της], η κυβέρνησή της είχε αδειοδοτήσει πάνω από 400 ιστιοφόρα ναυπηγημένα στα νησιά [της]». Αυτή η αναφορά του Καποδίστρια στα 400 πλοία ήταν το εμπύρευμα που ενεργοποίησε το έκτοτε συνεχές ενδιαφέρον του έφηβου εκείνου, του Γεράσιμου Μ. Βλάχου, για τη ναυτιλία της Επτανήσου Πολιτείας. Νομικός και ιστορικός εξειδικευμένος στα θέματα ναυτιλίας ο συγγραφέας, μετά μία σειρά επιμέρους μελετών, μας προσφέρει σήμερα ένα εξαιρετικό και ογκώδες έργο (590 σελίδες 4ου σχήματος και εικόνες hors texte) με τίτλο «Η ναυτιλία της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807) με τα 400 καράβια του Καποδίστρια», το οποίο διατίθεται από το ιστορικό και φιλολογικό βιβλιοπωλείο του Διονυσίου Νότη Καραβία.

Την έκδοση του έργου του κ. Βλάχου προλογίζει η καθηγήτρια Ολγα Κατσιαρδή – Hering, η οποία αναφέρεται στις «στιβαρές σπουδές» του συγγραφέα «στη Νομική, την Πολιτική και Οικονομική Επιστήμες», στη σημασία της συγκεκριμένης μεταβατικής περιόδου, στον πακτωλό των αρχειακών τεκμηρίων και το πλήθος των πληροφοριών «που θα είναι χρήσιμες για μελλοντικές έρευνες ή συνομιλούν με ήδη κυκλοφορήσασες μελέτες».

Ο συγγραφέας –πέραν της αναδρομής του στην ελληνική και αλλόγλωσση γενικότερη και ειδική βιβλιογραφία– επιδόθηκε σε κοπιώδη και χρηματοβόρο έρευνα στα αρχεία Κεφαλονιάς, Κέρκυρας, Λευκάδας, Κυθήρων, Ιθάκης, Παξών, Υδρας καθώς και στα γαλλικά ΑΜΑΕ, στα βρετανικά ΤΝΑ και μέσω συνεργατών του στα τουρκικά ΒΟΑ και στο Αρχείο της Αγίας Πετρούπολης.

Επιμέρισε το υλικό του στους θεσμούς του Νηολογίου, των Προξένων και του Ναυτολογίου και των Πληρωμάτων. Συστηματικοί πίνακες, με πρώτο το χρονοσυμβαντολόγιο, συνοδεύουν και συμπληρώνουν τις διαπιστώσεις για την υπόσταση και τη σημασία του κάθε θεσμού.

Η μελέτη του κ. Βλάχου είναι, ακόμα και για τον μη ειδικό, απολαυστική. Ο αναγνώστης –με σημείο «απόπλου» την πρώτη εγγραφή στο Νηολόγιο της Επτανήσου Πολιτείας στις 8 Ιουλίου 1800 της ταραντέλας Sant Andrea με καραβοκύρη τον Αγγελο Πήλικα και σημείο «κατάπλου» την τελευταία εγγραφή, στις 10 Μαΐου 1807, της τρικάταρτης πολάκας Santa Veneranda με καραβοκύρη τον Νικολή Σκλάβο– «ταξιδεύει» με τα ιστιοφόρα με παράκτιους πλόες και διάπλους ανοικτής θαλάσσης σε λιμάνια της Ανατολικής και Δυτικής Μεσογείου, της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας. Καραβοκύρηδές του είναι Σβορώνοι, Βαλλιάνοι, Βεργωτήδες, Ιγγλέσηδες, Καλλιγάδες, Βλασόπουλοι, Τυπάλδοι, Φωκάδες, Πανάδες, Βαλσαμάκηδες, Ποταμιάνοι, Μαζαράκηδες και άλλοι του παλαιού επτανησιακού εφοπλισμού.

Ενας από αυτούς είναι μόλις 18 ετών. Συχνά δεν ξέρουν πολλά γράμματα, αλλά γνωρίζουν να κυβερνούν καράβι και να διαβάζουν τον πορτολάνο. Στα πληρώματα, με βάση τα επισφαλή περιγραφικά δεδομένα των ταξιδιωτικών εγγράφων, υπηρετούν Επτανήσιοι κυρίως μαυρομάλληδες, λιγότεροι με καστανά και κόκκινα μαλλιά και ελάχιστοι με ξανθά.

Το 1807, το τελευταίο έτος ύπαρξης της Επτανήσου Πολιτείας, είναι νηολογημένα 273 ιστιοφόρα. Κάποια από αυτά, για την άμυνά τους έναντι των πειρατών, είναι εξοπλισμένα με κανόνια, τουφέκια, τρομπόνια και σπαθιά. Τα πληρώματά τους υπολογίζονται σε 3.000 έως 4.000 άνδρες που αμείβονται με δύο το πολύ (οι καπετάνιοι) από τα 69 μερίδια στα οποία χωρίζεται το καθαρό κέρδος κάθε ταξιδιού.

Τα ιστιοφόρα μεταφέρουν κουκιά, κριθάρι, σιτάρι, τέφρα, κατράμι, μπακαλιάρο, ελαιόλαδο, καλαμπόκι, λιναρόσπορο, κίτρα, μετάξι, βαρελάκια με σαρδέλες, θειάφι. Μαλλί και σαπούνι από τη Ζάκυνθο για το Λιβόρνο. Βελανίδια από τη Μάνη για την Ανκόνα. Καυσόξυλα και ξυλεία από την Τεργέστη για την Κέρκυρα. Επιβάτες, φακές, φιάλες ταμπάκο από την Αλεξάνδρεια. Ζάχαρη και καφέ από το Λιβόρνο. Λεμόνια για την Κωνσταντινούπολη. Και ιδού: Η «Beata Vergine di Fiscardo» καταπλέει από τη Ζάκυνθο στα Χανιά στις 25 Σεπτεμβρίου 1804, φορτωμένη –αυτή η παρθένος– με σκλάβους Αραβες για λογαριασμό Αράβων εμπόρων...

Ο κ. Βλάχος στο κεφάλαιό του για τον θεσμό των Προξένων υπογραμμίζει τη συμβολή τους στην αναγνώριση της διεθνούς υποστάσεως της Επτανήσου Πολιτείας –του πρώτου μεταβυζαντινού ελληνικού κράτους– στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τις ευρωπαϊκές χώρες.

Ενα βιβλίο αναφοράς για μια λαμπρή σελίδα της ναυτιλίας του γένους των Ελλήνων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ