Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Κυριάκος Μητσοτάκης
Κληρονομώντας ένα ιστορικό αίνιγμα

Μ​​ια οικογένεια που εξελίσσεται σε πολιτική δυναστεία δεν παύει να είναι οικογένεια. Μαθαίνει όμως να ζει τις χαρές και τις λύπες της υπό το δημόσιο βλέμμα. Καμία στιγμή, καμία χειρονομία της δεν είναι μόνο ιδιωτική.

Από την άρνηση της δημόσιας δαπάνης μέχρι την καταδίκη όσων αποδοκίμασαν τον πρωθυπουργό την Τετάρτη στη Μητρόπολη, η οικογένεια Μητσοτάκη προσπάθησε να περιφρουρήσει συμβολικά την κηδεία του πατριάρχη της με επίγνωση του ιστορικού της χαρακτήρα. Με την επίγνωση ότι δεν θα μπορούσε παρά να έχει ακτινοβολία πολιτικού γεγονότος. Την περιφρούρησε με όσα είπε, αλλά και με όσα δεν είπε.

Την ίδια οικονομία –την ισορροπία μεταξύ ιδιωτικού πένθους και πολιτικού συμβολισμού– αναζήτησε με τον επικήδειό του και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο γιος αποχαιρετούσε τον πατέρα του, χωρίς όμως να μπορεί να απεκδυθεί την ιδιότητα του εν αναμονή πρωθυπουργού, που εκείνη τη στιγμή αναδεχόταν και τελετουργικά το βάρος μιας πολιτικής κληρονομιάς.

Ο Κυριάκος δεν είναι ο πατέρας του. Κάθε ιστορικός παραλληλισμός θα προσέκρουε σε οφθαλμοφανή ασυμβίβαστα. Αρκεί κάποιος να αναλογιστεί ότι, προτού φτάσει να διεκδικήσει τα ηνία της χώρας, ο εκλιπών είχε διατρέξει όλες τις αιματηρές και ανώμαλες περιόδους του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα και έφερε τα σημάδια τους.

Υπάρχει όμως πολιτική συνέχεια, παράλληλη με τη γραμμή του αίματος. Ο σημερινός πρόεδρος της Ν.Δ. συνεχίζει το ίδιο ρεύμα που εκπροσώπησε –για να μην πει κανείς ότι εισήγαγε– στη Μεταπολίτευση ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ρεύμα που δεν είναι μόνο ιδεολογικό, αλλά μεταφέρει και μιαν ευρύτερη πολιτική κουλτούρα.

Τον αρνητικό ορισμό αυτής της κουλτούρας έδωσε ο ίδιος ο Κυριάκος όταν, πάνω από το φέρετρο του πατέρα του, μίλησε για τους εχθρούς της – γι’ αυτά που όρισε ως συστατικά του «κακού»: ο λαϊκισμός, ο φθόνος, η μισαλλοδοξία, ο διχασμός.

Η μεγαλύτερη αποτυχία του πατρός Μητσοτάκη είναι ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του: Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τα περισσότερα από τα εμπόδια που του έβαλε ο λαϊκισμός – ούτε μπόρεσε να μείνει ανεπηρέαστος από το διχαστικό κλίμα του μεγαλοδικομματισμού. Αντιστάθηκε, όμως, με επιμονή και στο ένα και στο άλλο. Με τον κίνδυνο της υπεραπλούστευσης, θα έλεγε κανείς ότι, κατά τη διακυβέρνησή του, αντιστάθηκε στην εποχή του.

Ως πρώτος ηγέτης της Δεξιάς που δεν ήταν δεξιός, ο ακραιφνώς ευρωπαϊστής και ακλόνητα φιλελεύθερος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης καταλείπει στον διάδοχό του όχι τόσο ένα πολιτικό «ευαγγέλιο», όσο ένα ιστορικό αίνιγμα: Πώς μετατρέπεις την αντιδημοφιλή αλήθεια σε βιώσιμη στρατηγική; Πώς αλλάζεις την εποχή σου πριν προλάβει εκείνη να σε αλλάξει;

Αλέκος Φλαμπουράρης
Κρύβοντας τη στάχτη κάτω από το χαλί

​​Αργά ή γρήγορα, θα συνέβαινε. Το γεγονός ότι συνέβη πρώτα στον Αλέκο Φλαμπουράρη οφείλεται μάλλον σε χωροταξική σύμπτωση. Ο υπουργός Επικρατείας είχε την ατυχία να κατοικεί στην ημιαυτόνομη επικράτειά «τους».

Αργά ή γρήγορα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα ερχόταν αντιμέτωπος με εκείνο το είδος εγκληματικότητας στο οποίο είχε μάθει να αναγνωρίζει πολιτικά ελαφρυντικά. Και όμως. Το γεγονός ότι άρχισε να γίνεται και ο ίδιος στόχος της βίας, που συμβατικά ονομάζεται «πολιτική», δεν οδήγησε σε μεταστροφή του έναντι του φαινομένου. Αντιθέτως, οδήγησε σε πιο επίμονη άρνησή του. Η προσπάθεια να κρατηθεί μυστικός ο πιο πρόσφατος από τους εμπρησμούς κατά της οικίας Φλαμπουράρη δεν είναι μόνο προσπάθεια να στερηθεί η επίθεση την προπαγανδιστική δημοσιότητα, στην οποία πάντα σκοπεύουν οι αυτουργοί. Φαίνεται και σαν προσπάθεια να καταχωνιαστεί η έξαρση του φαινομένου κάτω από το χαλί.

Το πόσο έχει ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ να απωθήσει το φαινόμενο, φάνηκε από την επίσημη αντίδρασή του. Η κομματική ανακοίνωση ερμήνευσε την επίθεση ως χτύπημα «σκοτεινών συμφερόντων» – συμφερόντων που αποκαλύφθηκαν επειδή η προκήρυξη χρησιμοποιεί «φρασεολογία που θυμίζει έντυπα της διαπλοκής». Οι δράστες, σύμφωνα με το κόμμα του θύματος, δεν είναι αυτό που δηλώνουν («αναρχικοί»). Είναι όργανα των media.

Στην πραγματικότητα, η «φρασεολογία» της προκήρυξης –και κάθε προκήρυξης– αναμασά τα ίδια αντισυστημικά κλισέ που αναβλύζουν ακατάσχετα τα τελευταία χρόνια από τους σπασμένους αγωγούς του δημόσιου λόγου – τα κοινωνικά δίκτυα. Η συγγένεια αυτή δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει –όπως υποστηρίχθηκε στον απόηχο της επίθεσης κατά του Λουκά Παπαδήμου– «ηθική αυτουργία»: Ο αντισυστημικός λαϊκισμός δεν ταυτίζεται με τον αντισυστημικό εξτρεμισμό. Τον τροφοδοτεί όμως με συνθήματα και «κοινούς τόπους». Δεν τον προκαλεί αιτιωδώς, αλλά του διανοίγει ένα πεδίο κοινωνικής ανοχής.

Το πρόβλημα με τον εγκωμιαστή της τρομοκρατίας –με τον παλαίμαχο αστυνομικό συντάκτη που δεν μπορεί να μεταδώσει με ακρίβεια ούτε τη μη είδηση της μη σύλληψής του– δεν είναι ποινικό. Ο χύμα λόγος μπορεί να είναι επικίνδυνος χωρίς να είναι παράνομος – κάπως σαν το αλκοόλ.

Το πρόβλημα είναι ότι ο εγκωμιαστής της τρομοκρατίας βρίσκει υπουργούς ως αυτόκλητους συνηγόρους. Ο τοξικός λόγος γίνεται έτσι επίσημος. Κυρίαρχος. Ο υπουργός μένει υπουργός πρώτης γραμμής όχι παρότι, αλλά επειδή κάθε ανάρτησή του είναι και μια προκήρυξη. Επειδή διατηρείται σε διαρκή μέθη μισαλλοδοξίας.

Η γλώσσα του είναι και η μόνη γλώσσα που μπορεί να διατηρήσει στη ζωή το τελευταίο αποδοτικό αφήγημα: Εμείς δεν κυβερνήσαμε σαράντα χρόνια. Εμείς δεν είμαστε οι άλλοι. Με την αναγκαία πλέον προσθήκη: Εμάς αποκλείεται να μας καίνε αναρχικοί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ