ΜΟΥΣΙΚΗ

Γ. Νέγκα: «Αυτό που ζω τώρα ποθούσα, να λέω τραγούδια»

Η δημοφιλής ερμηνεύτρια γιορτάζει 25 χρόνια στο τραγούδι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αντίθετα με άλλους συναδέλφους της, στη δική της μεγάλη συναυλία στην Τεχνόπολη (9/6) η Γιώτα Νέγκα προσκάλεσε μόνο δημιουργούς. «Είναι οι συνθέτες της ζωής μου, που έρχονται στη σκηνή όπως ήρθαν στη ζωή μου, με πρώτο τον Παναγιώτη Καλαντζόπουλο, έπειτα τον Βαγγέλη Κορακάκη, τον Λειβαδά, τον Κραουνάκη και τον Θέμη Καραμουρατίδη. Εχω ανάγκη να ξαναζήσω τις στιγμές που βίωσα μαζί τους».

Τα 25 χρόνια της στο τραγούδι είχαν πολλά χαμόγελα, αγωνίες και απογοητεύσεις, «αλλά δεν έχω δικαίωμα να παραπονεθώ για τίποτα. Αυτό που αγαπάμε πάντα μας κρατά». Σπάνια λαϊκή φωνή, από τις καλύτερες της γενιάς της, σε αυτήν τη μουσική συνάντηση με τη βοήθεια του Γιώργου Ζαχαρίου στις ενορχηστρώσεις θα πει ό,τι την ξεχώρισε. Μαζί και τραγούδια από το 1960 έως σήμερα (Νικολόπουλο, Ζαμπέτα, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο κ.ά.), που τη διαμόρφωσαν, ειδικά στο ξεκίνημά της.

Η συζήτηση γυρίζει στα παιδικά χρόνια της, στο Κερατσίνι και στο Μοσχάτο. Της άρεσε να ακούει τον πατέρα της να παίζει μπουζούκι πίνοντας τον απογευματινό του καφέ. Τα παρατούσε όλα κι έτρεχε δίπλα του. «Δεν με κράταγε τίποτα, ούτε τα παιχνίδια. Είχα διαλέξει το τραγούδι προφανώς υποσυνείδητα, αλλά ένιωσα σαν να με διάλεξε εκείνο». Στα 16 της, μαθήτρια ακόμη, τραγουδούσε τα Σαββατοκύριακα. Συνέδεσε το όνομά της με το «Εμμετρο», ένα καλό μαγαζί στο Μοσχάτο. «Ηταν γήπεδο στο οποίο μπορούσα να δοκιμάζω τα πάντα χωρίς τον φόβο του λάθους. Από ένα βαρύ ζεϊμπέκικο μέχρι Χατζιδάκι ή μια ροκ μπαλάντα».

Τα ρεμπετάδικα που ακολούθησαν «ήταν μεγάλο σχολείο», σκληρή δουλειά όμως, εκεί «ο λυρισμός μου δεν είχε καμία διέξοδο έκφρασης. Αισθανόμουν μισή». Ανήσυχη καθώς είναι, άρχισε να αναζητεί νέα μονοπάτια. «Ηθελα να εκφραστώ αλλιώς». Εκεί ήρθε ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος, τα «Μάτια κλειστά», οι παραστάσεις με την Ευανθία Ρεμπούτσικα και την Ελλη Πασπαλά, «όπου μπορούσα να εντάξω τη λαϊκότητά μου, αλλά να έχω κι άλλους τρόπους. Αλλωστε, σε όλη τη διαδρομή μου αυτό ήθελα να συγκεράσω, τη λαϊκότητα και τον λυρισμό. Το κατάφερα».

Τα πρώτα 10 χρόνια ήταν χωρίς δισκογραφία, τα επόμενα 15 με τέσσερις μόνο δίσκους αλλά πολλές, πολλές συμμετοχές. Ολοι ήθελαν τη φωνή της στις δουλειές τους. Eίχε βαρεθεί να της λένε «σπουδαία φωνή», είχε πει σε παλιότερη συνέντευξη στην «Κ». Γιατί ο θαυμασμός δεν έφτανε πάντα σε δίσκο. «Ποθούσα να πω δικά μου τραγούδια, αλλά η ζωή έχει δικούς της χρόνους. Ηρθαν τα πράγματα και με βρήκαν όταν είχα παραιτηθεί».

Οταν δισκογραφούσε ένα καλό τραγούδι, το ένιωθε. «Με συγκινούσε, σαν να πιανόταν πάνω μου. Ενα τραγούδι που μιλάει για χωρισμό έβρισκε αναφορές σε δικές μου απώλειες, όποιες και αν ήταν. Με το ένστικτο και το σώμα καταλάβαινα ότι αυτό που μου έδινε ο δημιουργός ήταν κοντά στη δική μου αλήθεια». Ποια όνειρα απ’ όσα κυνήγησε εκπληρώθηκαν και ποια παραμένουν; «Αυτό που ζω τώρα ποθούσα. Να λέω τραγούδια, να γνωρίζω ανθρώπους, να τραγουδάω καινούργια πράγματα. Ο,τι ονειρεύτηκα μου δόθηκε, αλλά όχι τη στιγμή που το ήθελα, αργότερα. Οι χώροι όπου ήθελα να τραγουδήσω, οι άνθρωποι που συνάντησα, οι καλλιτέχνες που ήθελα να δουλέψω μαζί τους. Οταν κάτι θέλεις με όλη σου την καρδιά, κάτι θα σε φέρει κοντά του».

Την επαφή με το νεανικό κοινό της τη χάρισαν ο Θέμης Καραμουρατίδης και ο Οδυσσέας Ιωάννου (σχεδιάζουν και άλλο δίσκο). Ο Κραουνάκης τής έμαθε «να ψάχνω το γιατί κάνω κάτι». Σήμερα την ανησυχούν «τα ψεύτικα όνειρα». Αυτό λέει στα νεότερα παιδιά. «Να μην πιστέψουν ότι είναι εύκολο. Εχει δουλειά και πόνο το τραγούδι, δεν είναι εύκολο όσο φαίνεται».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ