ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: Συνομιλώντας με την Ιστορία

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ*

Ο Κων. Μητσοτάκης πρωθυπουργός, στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο αμέσως μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης, στις 11 Απριλίου 1990.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη γνωρίστηκα το 1979, όταν αυτός ήταν υπουργός Συντονισμού κι εγώ γενικός διευθυντής Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως στο υπουργείο Παιδείας, θέση που εκ του νόμου κατείχε τότε υποχρεωτικά καθηγητής πανεπιστημίου. Τον γνώρισα καλύτερα το 1988 ως αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όταν με μια ομάδα συναδέλφων λάβαμε μέρος στις πρυτανικές εκλογές διεκδικώντας την Πρυτανεία του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Την πρώτη ημέρα των εκλογών, στις 26 Μαΐου, το ψηφοδέλτιό μας ήλθε πρώτο μεταξύ των τεσσάρων συνδυασμών λαμβάνοντας 36,13% των ψήφων. Στην επαναληπτική εκλογή, όμως, που διεξήχθη την επόμενη ημέρα μεταξύ των δύο πρώτων ψηφοδελτίων, το δικό μας ήλθε δεύτερο, λαμβάνοντας το 49,62% των ψηφισάντων. Το βράδυ της ημέρας εκείνης, μόλις είχα φτάσει στο σπίτι, κτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο ίδιος ο πρόεδρος. Ηθελε να σχολιάσουμε το αποτέλεσμα της εκλογής και συγκεκριμένα το πώς χάθηκε η εκλογή για τόσο λίγες ψήφους, πώς ήταν τα αποτελέσματα σε καθεμία από τις σχολές του Πανεπιστημίου κ.λπ. Θυμάμαι πόσο με είχαν εντυπωσιάσει εκείνο το βράδυ οι γνώσεις του γύρω από πρόσωπα και καταστάσεις και πόσο ενήμερος ήταν για τα προβλήματα που ταλάνιζαν τα πανεπιστήμια της χώρας.

Τον Ιούλιο του 1989, η κυβέρνηση του Τζανή Τζαννετάκη μου ανέθεσε τη διοίκηση της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, η οποία αντιμετώπιζε τότε σοβαρό νομικό πρόβλημα, με οκτώ υπαλλήλους της να έχουν συλληφθεί και να κρατούνται στις φυλακές των ΗΠΑ για δήθεν φοροδιαφυγή και ξέπλυμα χρήματος. Η θητεία μου στη διοίκηση της Κτηματικής Τράπεζας κράτησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια (Ιούλιος 1989 - Ιούλιος 1993), στη διάρκεια των οποίων είχα συχνή συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, πρωθυπουργό πλέον της χώρας. Από την εμπειρία μου αυτή θα μπορούσα να διηγηθώ πολλά για τον πολιτικό, τον ηγέτη και τον άνθρωπο. Θα αρκεσθώ ωστόσο σε δύο συμβάντα, που τα θεωρώ χαρακτηριστικά για την προσωπικότητα και τις αρετές του ανδρός. Κάποτε, σε μια αλλαγή των διοικήσεων των τραπεζών που ανήκαν στον δημόσιο τομέα, ο κομματικός μηχανισμός τοποθέτησε στη συγκεκριμένη τράπεζα ως υποδιοικητή ένα πρόσωπο που κατά την εκτίμηση εμού αλλά και άλλων στελεχών του ιδρύματος ήταν ακατάλληλο για τη θέση αυτή. Τα προβλήματα δεν άργησαν να φανούν. Οταν η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο, πήγα ένα βράδυ, χωρίς να έχω ζητήσει ραντεβού, στο Μέγαρο Μαξίμου και ζήτησα να δω επειγόντως τον πρωθυπουργό. Καίτοι ήταν βράδυ αργά, ο Μητσοτάκης ήταν στο γραφείο του και εργαζόταν.

Του εξέθεσα την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην τράπεζα και του ζήτησα να την απαλλάξει από την παρουσία του συγκεκριμένου προσώπου, διότι διαφορετικά θα αναγκαζόμουν να υποβάλω την παραίτησή μου. Με άκουσε προσεκτικά χωρίς να μου υποσχεθεί τίποτε. Στην προσεχή, όμως, γενική συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας, όπου επρόκειτο μεταξύ άλλων να εγκριθεί και ο διορισμός του συγκεκριμένου υποδιοικητή ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου, ο υπουργός Οικονομικών, ο οποίος ψήφιζε με τις μετοχές όλων των ασφαλιστικών ταμείων, δηλαδή ως μεγαλομέτοχος, ψήφισε αρνητικά ως προς συγκεκριμένο θέμα της ημερησίας διάταξης και έτσι το θέμα έληξε ευνοϊκά για την τράπεζα. Ο Μητσοτάκης δεν μου είπε μεν τίποτα εκείνο το βράδυ, είναι όμως προφανές ότι ερεύνησε το θέμα, πήρε τις πληροφορίες του και λειτούργησε αποτελεσματικά.

Τον Ιούλιο του 1993 διαφώνησα με ορισμένους υπουργούς για θέματα πολιτικής σχετικά με τη στεγαστική πίστη και την επανείσπραξη των στεγαστικών δανείων που είχε χορηγήσει η τράπεζα και υπέβαλα την παραίτησή μου. Περισσότερο όμως από την παραίτηση, τον πρόεδρο πίκρανε μια συνέντευξη που έδωσα τότε σε δημοσιογράφο της «Καθημερινής» (δημοσιεύθηκε στο φύλλο της Κυριακής, 23 Ιουλίου 1993). Μεσολάβησε ένα χρονικό διάστημα αμφοτέρωθεν ψυχρότητας, κατά τη διάρκεια του οποίου μου έλειψαν ομολογουμένως οι τόσο ενδιαφέρουσες συζητήσεις που είχα μαζί του. Είχα λυπηθεί γι’ αυτό.

Κάποτε όμως έτυχε να υποστηρίξω ως δικηγόρος, στο Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου, μια σημαντική υπόθεση που είχε και γενικότερο δημόσιο ενδιαφέρον. Μετά την επιστροφή μου στην Αθήνα δέχθηκα τηλεφώνημα από τη Σάκη Κυπραίου, την πολύτιμη και πολύπειρη προϊσταμένη του γραφείου του, η οποία με ενημέρωσε ότι ο πρόεδρος με παρακαλούσε να περάσω για να τον ενημερώσω σχετικά με εκείνη την υπόθεση. Φυσικά πήγα μετά χαράς και από τότε άρχισε μια νέα περίοδος συχνών επισκέψεων και συζητήσεων για ποικίλα θέματα με τον πρόεδρο στο γραφείο της οδού Αραβαντινού. Κάθε φορά έφευγα εντυπωσιασμένος από τις γνώσεις του και την κρίση του, τη νηφάλια σκέψη και τη διορατικότητά του, την ηρεμία και την πραότητα που απέπνεε. Συζητώντας κανείς μαζί του, είχε την αίσθηση ότι μιλάει με την Ιστορία.

* Ο κ. Απόστολος Γεωργιάδης είναι δικηγόρος, καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ