ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι ομιλίες των πολιτικών αρχηγών στο πολιτικό μνημόσυνο για τον Κων/νο Μητσοτάκη

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η Βουλή των Ελλήνων, με τη σημερινή ειδική συνεδρίαση της Ολομέλειας, τιμά τη μνήμη του πρώην πρωθυπουργού και επιτίμου προέδρου της ΝΔ Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Αποχαιρετά έναν από τους μεγάλους πολιτικούς της μεταπολεμικής, αλλά και της μεταπολιτευτικής περιόδου της πολιτικής μας ζωής». Με αυτά τα λόγια άνοιξε την ειδική συνεδρίαση αφιερωμένη στη μνήμη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης.

«Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπήρξε από τις πρωταγωνιστικές μορφές αυτών των κρίσιμων περιόδων. Πρωτοεξελέγη το 1946, υπήρξε μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας επί 6 δεκαετίες ως βουλευτής, υπουργός, αρχηγός κόμματος και πρωθυπουργός. Παροιμιώδης και κοινά αναγνωρισμένος, είναι τόσο ο ήρεμος χαρακτήρας εν μέσω ακόμα και σκληρών αντιπαραθέσεων, όσο και ο σεβασμός στην κοινοβουλευτική διαδικασία και βέβαια η ρητορική του δεινότητα», είπε ο πρόεδρος της Βουλής και πρόσθεσε: «Ως πολιτική και κοινοβουλευτική προσωπικότητα άφησε έντονο το αποτύπωμά του στη δημόσια ζωή, όχι μόνο με την ενεργό παρουσία του σε κρίσιμες περιόδους της χώρους αλλά και με το απαράμιλλο πάθος που τον χαρακτήριζε. Βρέθηκε στο επίκεντρο μεγάλων πολιτικών συγκρούσεων, ιδιαίτερα πριν τη δικτατορία, στο χώρο του Κέντρου, με ευθύνες που επιμερίζουν αντίπαλοι και φίλοι αλλά και ο ίδιος αναγνώρισε στο πλαίσιο αρνητικών φαινομένων της πολιτικής ζωής που λειτούργησαν ως θερμοκήπιο για την επτάχρονη δικτατορία, της οποίας υπήρξε ενεργητικά, κατά κοινή ομολογία, αντίπαλος».

«Ως πρωθυπουργός, παρά το σύντομο της θητείας του έδωσε το δικό του ξεχωριστό πολιτικό αφήγημα στη διακυβέρνηση του τόπου, προκαλώντας ισχυρές αντιπαλότητες στο κοινωνικό πεδίο και την πολιτική ζωή αλλά αφήνοντας και παρακαταθήκες που μέχρι σήμερα λειτουργούν ως στοιχεία ταυτότητας για την πολιτική παράταξη την οποία υπηρέτησε και ως πρόεδρος μετά την μεταπολίτευση» σημείωσε ο πρόεδρος της Βουλής, ο οποίος αναφερόμενος στη σχέση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με την αριστερά, είπε ότι «θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια σχέση αλληλοεκτίμησης και σεβασμού του πολιτικού και ιδεολογικού αντιπάλου, μέσα σε δύσκολους καιρούς που το επίπεδο των σχέσεων, δεν θεωρούνταν και δεν καλλιεργούνταν ως αυτονόητο».

«Φυσικά τα έργα και οι ημέρες του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ανήκουν πλέον στη δικαιοδοσία των ιστορικών αλλά και των πολιτικών αναλυτών του παρόντος και του μέλλοντος» είπε ο Νίκος Βούτσης και έκλεισε με αναφορά στον οικογενειάρχη Κωνσταντίνο Μητσοτάκη «που άφησε πίσω του μια τόσο μεγάλη και τόσο δεμένη οικογένεια».

«Ο πολιτικός κόσμος και η Βουλή τιμούν τη μνήμη του ανδρός και εξέφρασαν και εκφράζουν την εκτίμηση του προς την οικογένεια του» ανέφερε ο Νίκος Βούτσης.

Αλέξης Τσίπρας: Aναγνωρίζουμε ότι κατά την Δικτατορία εργάστηκε για την διεθνή καταδίκη των Συνταγματαρχών 

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης άφησε έντονο το προσωπικό του στίγμα στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας, ήταν τολμηρός πολιτικός που ανέλαβε πλήρως την ευθύνη όλων των πολιτικών του επιλογών, ακόμα και των πιο δύσκολων, τόνισε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, στην ομιλία στην ειδική συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής για το πολιτικό μνημόσυνο στον πρώην πρωθυπουργό και επίτιμο πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας.

Δεν ήταν ποτέ δέσμιος των εμφυλιοπολεμικών φοβιών και προκαταλήψεων και για την Αριστερά ήταν πάντα ένας σοβαρός και υπολογίσιμος πολιτικός αντίπαλος είπε o πρωθυπουργός, για να επισημάνει ότι το μήνυμα για τη σημερινή πολιτική αντιπαράθεση είναι πως πρέπει να διεξάγεται με συμφωνημένη προσήλωση σε ένα ξεκάθαρο δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο, στο οποίο δεν έχουν θέση η μισαλλοδοξία και ο εμφυλιοπολεμικός διχαστικός λόγος.

«Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ανήκει πλέον στην ιστορία και η ιστορία ακούει προσεκτικά και τους υποστηρικτές και τους επικριτές και καταγράφει, δεν κρίνει, καταγράφει. Οι πολιτικοί, άλλωστε, κρίνονται και μάλιστα σε τρέχοντα χρόνο, διότι έτσι επιτάσσει η δημοκρατία» είπε ο πρωθυπουργός και συνέχισε: «Για την Αριστερά υπήρξε πάντα ένας πολιτικός αντίπαλος, οφείλουμε, ωστόσο, να του αναγνωρίσουμε ότι κατά την περίοδο της δικτατορίας δραστηριοποιήθηκε ενεργά για την καταγγελία και τη διεθνή απομόνωση του καθεστώτος των συνταγματαρχών. Και στο πλαίσιο αυτό, αναγνωρίστηκε ακόμα και από ηγετικά στελέχη της Αριστεράς, ως άνθρωπος απαλλαγμένος από εμφυλιακές φοβίες και προκαταλήψεις, άμεσος, ανοιχτόμυαλος και ανοιχτός στο διάλογο. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που μπορεί σήμερα να τα θεωρούμε συνήθη, αλλά ιδιαίτερα εκείνη την εποχή, με δεδομένο το κλίμα της εποχής, δεν ήταν δεδομένο».

Ο κ. Τσίπρας παρατήρησε ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπήρξε συνεπής σε αυτή τη στάση και στα χρόνια που ακολούθησαν τη μεταπολίτευση και σημείωσε πως «ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας αναγνώρισε την ανάγκη να απαλλαγεί η παράταξή του από κατάλοιπα μισαλλοδοξίας και να αναπροσανατολίσει το κόμμα του, ως κόμμα εθνικού ακροατηρίου πέρα και πάνω από διχαστικές διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος».

Αυτή η πολιτική επιλογή, ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές διαφωνίες, πρέπει να αναγνωριστεί ως μια σημαντική και θετική συνεισφορά στην εδραίωση, στην εμπέδωση της δημοκρατίας στον τόπο μας, επισήμανε ο πρωθυπουργός.

Για τον καιρό που ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν στην αντιπολίτευση έμεινα προσηλωμένος στις αρχές του κοινοβουλευτισμού και ανεξάρτητα από την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης κράτησε πάντοτε τον δημόσιο πολιτικό του λόγο στο πλαίσιο μιας ήρεμης, συγκροτημένης και αυτοκυριαρχούμενης ρητορικής, είπε ο κ. Τσίπρας.

Αναφέρθηκε στην ολιγόμηνη κυβερνητική συνεργασία της ΝΔ και του Συνασπισμού, για την οποία, αφού σημείωσε ότι υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές και ιστορικές προσεγγίσεις και αυτή κρίθηκε από τον λαό, υπογράμμισε:

«Οφείλουμε, όμως, να αποδεχτούμε, ανεξάρτητα από την ιστορική αποτίμηση της επιλογής αυτής, ότι το ευρύτερο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας προϋπέθετε την οριστική υπέρβαση των όποιων εμφυλιοπολεμικών διχαστικών προκαταλήψεων. Και αναγνωρίζουμε στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ότι δέσμιος τέτοιων προκαταλήψεων δεν υπήρξε ποτέ στον πολιτικό του βίο. Η οικουμενική κυβέρνηση που ακολούθησε την κυβέρνηση Τζαννετάκη σηματοδότησε, επίσης, τη λήξη μιας μεγάλης περιόδου σφοδρής πολιτικής έντασης και την αποκατάσταση ενός νέου πολιτικού κλίματος. Χωρίς αυτό, φυσικά, να σημαίνει και το τέλος της ιστορίας και των διαχωριστικών γραμμών, με βάση την ιδεολογία και την πολιτική άποψη».

Χαρακτήρισε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ως τον «βασικό εισηγητή του πολιτικού νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα» και γι' αυτόν τον λόγο εξήγησε ότι δεν θα προχωρήσει σε κρίσεις για το κυβερνητικό έργο της περιόδου 1991-1993, γιατί κάτι τέτοιο θα ξέφευγε από το πλαίσιο του πολιτικού μνημόσυνου.

Αναφέρθηκε, όμως, στην πρωθυπουργική του θητεία λέγοντας: "Οφείλω να αναγνωρίσω και να του πιστώσω τους χαμηλούς και προσεκτικούς τόνους στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, σε μια περίοδο που η έξαρση της εθνικιστικής ρητορικής απειλούσε με αποσταθεροποίηση τη γειτονιά μας».

Κλείνοντας την ομιλία του ο κ. Τσίπρας αναφέρθηκε στην πολιτική παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και υπογράμμισε: «Θα θυμόμαστε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ως έναν πολύ ικανό πολιτικό αντίπαλο της Αριστεράς, αλλά, ταυτόχρονα, και ως έναν αταλάντευτο υπερασπιστή της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού. Ως έναν τολμηρό πολιτικό που δεν δίστασε να αναλάβει πολλά πολιτικά ρίσκα στον πολιτικό του βίο. Θα τον θυμόμαστε ως έναν εξαιρετικό κοινοβουλευτικό άνδρα και κοινοβουλευτικό ρήτορα και κοινοβουλευτικό εν γένει. Ως ένα σημαντικό ηγέτη της παράταξής του που παρά τη μεγάλη ένταση της εποχής απέφυγε συστηματικά να υιοθετήσει τη μισαλλοδοξία ως εργαλείο για την προώθηση του πολιτικού του σχεδιασμού. Και νομίζω ότι αυτό αποτελεί μια σοβαρή και αξιομνημόνευτη παρακαταθήκη. Όχι μόνο για την παράταξη του, αλλά για τη δημοκρατία, το πολιτικό μας σύστημα και για τον πολιτικό πολιτισμό στη χώρα μας».

Μητσοτάκης: Διαρκής μάχη με τον λαϊκισμό

Τις βασικές αξίες με τις οποίες πορεύτηκε ο πατέρας του επισήμανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης τονίζοντας μεταξύ άλλων την διαρκή μάχη που έδινε με τον λαϊκισμό.

«Αυτό που τον χαρακτήρισε ήταν η ευγένεια και η αποστροφή οποιασδήποτε πολιτικής χυδαιότητας από όπου και αν προερχόταν» είπε ο αρχηγός της ΝΔ για να αναφερθεί εκ των υστέρων στα όσα έλεγε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης για την πορεία της εθνικής οικονομίας «τον είχε κάνει για πολλούς κυνικό. Ένα σύγχρονο Τειρεσία που μόνο δεινά προέβλεπε για την χώρα. Οι εξελίξεις τον δικαίωσαν αλλά δεν τον ενδιέφερε. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης όμως δεν ήταν κυνικός.  Ήταν αθεράπευτα ρομαντικός και αισιόδοξος, είχε πάντα εμπιστοσύνη στον λαό. Τόνιζε τις αδυναμίες αλλά υπηρετούσε τις αρετές του. Δεν φοβόταν τον Έλληνα στο πεδίο της ΕΕ, αρκεί όπως έλεγε να το πάρουμε απόφαση και να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα. Θύμιζε πως όσο γρήγορα χαλάει η χώρα τόσο γρήγορα φτιάχνει. Προϋπόθεση για την φυγή προς τα εμπρός ήταν η αλήθεια. Ατομική και συλλογική. Αυτή υπηρέτησε».

Σε άλλοι σημείο της ομιλίας του ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε πως «Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν έψαχνε τόσο το χειροκρότημα, ήθελε, όμως, την αναγνώριση των επιχειρημάτων του. Έχοντας ζήσει ο ίδιος οδυνηρούς διχασμούς, επεδίωκε πάντα τη σύνθεση και έχοντας αντιμετωπίσει έντονα πάθη, αναζητούσε πάντα τη μετριοπάθεια. Απευθυνόταν περισσότερο στη λογική και λιγότερο στο θυμικό. Ήξερε ότι το να κολακεύεις την κοινή γνώμη δεν σημαίνει πως ηγείσαι. Στο νου του, ηγέτης είναι αυτός που όταν το απαιτούν οι περιστάσεις μπορεί, να πηγαίνει και κόντρα στο ρεύμα. Να βλέπει μακριά. Να διακρίνει αυτό που είναι ουσιώδες και κρίσιμο πίσω και πέρα από τις έριδες και τις αντιπαραθέσεις της στιγμής»

«Είναι κάτι που επιχείρησε πολλές φορές στη διάρκεια της πολυτάραχης πολιτικής του σταδιοδρομίας. Επιδεικνύοντας και γενναιότητα και αφοπλιστική συνέπεια στις πρωταρχικές του αξίες. Αξίες που έμειναν αναλλοίωτες. «Ξεκίνησα φιλελεύθερος και τερματίζω φιλελεύθερος», είπε σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις. «Δεν συμβιβάστηκα ποτέ μου και δεν κορόιδεψα ποτέ. Για αυτό και πιστεύω πως ήρεμα αντιμετωπίζω την κρίση της Ιστορίας». Τα λόγια του αυτά είναι ίσως ο καθρέφτης της γενναιόδωρης αναγνώρισης με την οποία τον αποχαιρέτησε η ελληνική κοινωνία. Μια κοινωνία που στάθηκε ενίοτε σκληρά απέναντι στα λάθη του. Αλλά που τον χαιρέτισε με μια ζεστασιά που αναδύθηκε από το βυθό της κρίσης ως αυθόρμητη αναγνώριση της συνέπειας λόγων και έργων και, τελικά, της διορατικότητάς του. Αλλά ταυτόχρονα και ως μία ένδειξη αυτογνωσίας του ελληνικού λαού, που ενισχύθηκε μέσα από τη πρόσφατη δοκιμασία του.


Στην πολιτική του διαδρομή – και, κύριε Πρόεδρε, έχει σημασία να το πω εδώ, σε αυτήν την αίθουσα – ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ταυτίστηκε, περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλο πολιτικό της γενιάς του, με τη Βουλή των Ελλήνων. Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1946 σε ηλικία 28 ετών, υπηρέτησε το Κοινοβούλιο μέχρι  το 2004 -αναζήτησα από το  ιστορικό του αρχείο τα σχετικά στοιχεία - μίλησε στην Ολομέλεια 824 φορές και έκανε αναρίθμητες παρεμβάσεις στις κοινοβουλευτικές επιτροπές.

Περισσότερη ίσως σημασία από αυτά που είπε στη Βουλή, έχει η στάση του απέναντι στον θεσμό του Κοινοβουλευτισμού. Το θυμόμαστε πιστεύω όλοι: Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ερχόταν πρώτος στη Βουλή και έφευγε τελευταίος και δεν ήταν λίγες οι φορές που στην έσχατη θητεία του – θα το θυμούνται οι παλαιότεροι συνάδελφοι – όταν είχε πλέον ξεπεράσει το 85ο έτος  της ηλικίας του, ήταν μόνος εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας στην αίθουσα. Άκουγε πάντα με προσοχή  όλους τους ομιλητές και η αναγνώρισή του, την οποία μοίραζε απλόχερα και γενναιόδωρα, γέμιζε ικανοποίηση τον καθένα. Και η συμβουλή του  στους νεότερους βουλευτές ήταν πάρα πολύ απλή: «Να ακούτε όλους τους ομιλητές. Να έρχεστε στη Βουλή, όχι μόνο όταν είναι να μιλήσετε.  Όλο κάτι θα μάθετε ακούοντας». 


Είχε, όμως, πολλούς και αφοσιωμένους φίλους. Φίλους που δεν τον εγκατέλειψαν  ποτέ.  Ήταν αυτοί  που τον εξέλεξαν και πάλι βουλευτή το  1977, όταν σχεδόν όλοι είχαν προεξοφλήσει το τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας

Ομολογουμένως, στη δημόσια διαδρομή του, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης πέρασε δια πυρός και σιδήρου. Πολλοί θα είχαν γονατίσει. Αλλά ο ίδιος είχε μέσα του ένα ξεχωριστό μέταλλο. Και η  ένταξή του στη μεγάλη παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, του επέτρεψε να ανέβει και πάλι στην κορυφή. Και να επιτύχει τη μεγάλη σύνθεση της Κεντροδεξιάς, αμβλύνοντας τους προδικτατορικούς διχασμούς. Οδήγησε την παράταξη της  Νέας Δημοκρατίας σε τρεις συνεχόμενες εκλογικές νίκες και στο πρωτοφανές ποσοστό του 47%. Το πέτυχε χωρίς να λαϊκίσει και χωρίς να αναλάβει δεσμεύσεις που ήξερε ότι δεν μπορούσε να τηρήσει. Με μια ξεκάθαρη φιλελεύθερη, κεντρώα, μεταρρυθμιστική ατζέντα.

Αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες κι έναν μεγάλο πολιτικό αντίπαλο. Πολλές δεκαετίες πριν τα σημερινά fake news, υπέστη την πολιτική δυσφήμιση του «Αυριανιασμού» που, πλαστογραφώντας την Ιστορία, τον εμφάνισε περίπου ως συνεργάτη των Ναζί. Το ένστικτό του ήταν πάντα να αντισταθεί στην όξυνση και όχι να την τροφοδοτήσει. Δεν το κατάφερε πάντα και αν δεν το κατάφερε πάντα  ήταν γιατί τα πάθη και η πόλωση εκείνης της εποχής βγήκαν, κάποιες φορές, με ευθύνη όλων, εκτός ελέγχου.

Παρόλα αυτά, η κορυφαία κοινοβουλευτική στιγμή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ήταν μια ομιλία ενός λεπτού. Τότε που συγκράτησε τα δάκρυά του, επέβαλε το θεσμικό του ρόλο στην απέραντη προσωπική του οδύνη, και από αυτό εδώ πέρα το έδρανο ζήτησε αυτοσυγκράτηση και τήρηση των κανόνων της Δημοκρατίας, μετά τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη.

Η συμβολή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην οριστική συμφιλίωση των Ελλήνων, στην άρση των διαχωριστικών γραμμών του εμφυλίου και στο οριστικό τέλος του αντιδεξιού συνδρόμου ήταν καθοριστική. Αναμφίβολα μαζί με τη συνδρομή των ιστορικών ηγετών της Αριστεράς, του Χαρίλαου Φλωράκη και του Λεωνίδα Κύρκου.

Τον Απρίλιο του 1990, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης βρέθηκε επικεφαλής μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας 151 βουλευτών. Προς στιγμήν, σκέφτηκε να πάει σε τέταρτες εκλογές, με άλλο εκλογικό νόμο, ώστε να έχει μια άνετη πλειοψηφία. Δεν το έκανε, γιατί πείστηκε ότι δεν αλλάζεις τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού ανάλογα με την πολιτική συγκυρία. Υπέταξε το κομματικό συμφέρον στην προσήλωσή του στη θεσμική σταθερότητα.

Η Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη παρέλαβε τη χώρα σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία. Τη δεκαετία του 1980, επελέγη η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων μέσω αύξησης του δημοσίου χρέους, δηλαδή με ελλείμματα τα οποία χρηματοδοτούσαν καταναλωτικές δαπάνες. Το ασφαλιστικό σύστημα βρέθηκε στα όριά του και ο ασφυκτικός εναγκαλισμός της οικονομίας από το Κράτος υπονόμευε την ανταγωνιστικότητά της.

Ασφαλώς, δεν είμαι ο πιο αντικειμενικός κριτής να κρίνει το έργο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ως πρωθυπουργού. Πιστεύω, όμως, ότι τρία σημαντικά επιτεύγματά του δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Πρώτον, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Δεύτερον, η προώθηση πολύ τολμηρών μεταρρυθμίσεων. Και τρίτον, η βελτίωση της διεθνούς εικόνας της Ελλάδας.

Με μια σφικτή δημοσιονομική πολιτική οδήγησε σε σημαντική μείωση των ελλειμμάτων και στην επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος το 1993, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Ο πληθωρισμός μειώθηκε από το 20% στο 14%, η συναλλαγματική σταθερότητα αποκαταστάθηκε. Και όλα αυτά – προσέξτε – έγιναν χωρίς να βουλιάξει η οικονομία στην ύφεση. Χρήσιμο μάθημα αυτό και για σήμερα. Στο μέτωπο των διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων έγινε μια πραγματική επανάσταση. Για πρώτη φορά, είχε εκλεγεί μια Κυβέρνηση η οποία πίστευε στη δύναμη του ιδιωτικού τομέα και στην ανάγκη απελευθέρωσης της παραγωγικής οικονομίας από τα δεσμά του Κράτους.

Αγορές άνοιξαν, το τραπεζικό σύστημα απελευθερώθηκε και στρώθηκε το έδαφος για προσέλκυση σημαντικών ξένων επενδύσεων σε πολλούς τομείς της οικονομίας. Και βέβαια, οφείλω να το θυμίσω ότι όλα τα μεγάλα έργα, τα οποία απολαμβάνουν σήμερα οι Έλληνες πολίτες, από το Μετρό της Αθήνας μέχρι το «Ελευθέριος Βενιζέλος», κι από την Εγνατία μέχρι την Αττική Οδό δρομολογήθηκαν κι έχουν και την σφραγίδα της Κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος έδωσε στο σύστημα είκοσι χρόνια ζωής. Και η μείωση της συμμετοχής του Κράτους στην οικονομική δραστηριότητα επανακαθόρισε με τρόπο εξαιρετικά τολμηρό για την εποχή του τα όρια της κρατικής παρέμβασης και τη σχέση μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας.

Όλα αυτά, βέβαια - το θυμόμαστε καλά - έγιναν εν μέσω μεγάλων εντάσεων. Η ελληνική κοινωνία δεν ήταν εκείνη την εποχή ακόμα έτοιμη να αποτάξει τα προνόμια του πελατειακού Κράτους προς όφελος κάποιου ευρύτερου καλού, το οποίο έμοιαζε για τους πιο πολλούς πολίτες ως εξαιρετικά αφηρημένο. Το έδαφος, όμως, οργώθηκε και πολλές από τις πολιτικές του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη συνεχίστηκαν, αν και συχνά χωρίς τυμπανοκρουσίες, από επόμενες Κυβερνήσεις.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, η Ελλάδα ισορρόπησε σε ένα εξαιρετικά ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Αναγνώρισε το Ισραήλ χωρίς να διαταράξει τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο. Βελτίωσε εντυπωσιακά τις σχέσεις της χώρας με τις Η.Π.Α., παίζοντας, ταυτόχρονα, όμως ένα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, την οποία υπέγραψε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η Ελλάδα υπήρξε παράγων περιφερειακής σταθερότητας, σε μια εποχή που τα Βαλκάνια φλέγονταν. Και βέβαια, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συνέβαλε στην προώθηση της ελληνοτουρκικής φιλίας. Πίστευε ακράδαντα ότι είμαστε καταδικασμένοι από τη γεωγραφία μας να λύνουμε τις διαφορές μας με τους γείτονές μας. Και αγωνίστηκε, για πολλές δεκαετίες, για μια βιώσιμη, για μια δίκαιη λύση του Κυπριακού. Επέδειξε εθνική αυτοπεποίθηση, αλλά όχι υπεροψία. Και είχε τη σοφία να γνωρίζει ότι η αποτελεσματική Εξωτερική Πολιτική δεν ασκείται προς τέρψιν της εγχώριας εκλογικής πελατείας.

Ουδείς γνωρίζει ποια θα ήταν η πορεία της χώρας εάν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε κυβερνήσει περισσότερα χρόνια την Ελλάδα. Ο ίδιος είχε απόλυτη επίγνωση ότι η Ιστορία δεν γράφεται με «Αν».

Φώφη Γενημματά: Θετικός ο απολογισμός του πολιτικού βίου του Κων. Μητσοτάκη, αλλά να μη ξεχνάμε το 1989

Τα συλληπητήρια της ΚΟ της Δημοκρατικής Συμπαράτξης προς την οικογένεια του επίτιμου προέδρου της ΝΔ Κωνσταντίνου Μητσοτάκη εξέφρασε με την έναρξη της ομιλίας της η Φώφη Γεννηματά, στη ειδική συνεδρίαση μνήμης στη Βουλή.

Η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και επικεφαλής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αναφερόμενη σα θετικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είπε «ότι όσο και αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις πολιτικές επιλογές του, δεν μπορει παρά να παραδεχθεί το υψηλό πολιτικό ανάστημα, τη σημαντική παρουσία στη Βουλή και την αποφασιστικότητά στη διαχείρησηστα δημόσια πράγματα».

Επισήμανε, ωστόσο, τις πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις με το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου. «Η κυβέρνηση ΝΔ 1990-1993, της οποίας υπήρξε πρωθυπουργός, άσκησε μια πολιτική που είχε σαφές πρόσημο, συγκεκριμένο περιεχόμενο και αποτελέσματα. Η δική μας παράταξη, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, βρεθήκαμε απέναντι στις κυβερνητικές επιλογές του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Αντιταχθήκαμε στη λογική της βίαιης προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας, στα κελεύσματα των πιο συντηρητικών επιλογών της νέας παγκόσμιας οικονομικής τάξης πραγμάτων. Αντιταχθήκαμε στην επικράτηση της αδιέξοδης λογικής της διαρκούς λιτότητας, της πλήρους απουσίας της εγγυητικής κρατικής παρέμβασης στην αγορά, στην υποχώρηση και αποδιοργάνωση του Κοινωνικού Κράτους» είπε η επικεφαλής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης.

Η Φώφη Γεννηματά έκανε ειδική αναφορά στη κυβέρνηση του '89 με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και στην παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου, τονίζοντας: «Ήρθαμε τέλος σε ευθεία αντιπαράθεση με τη μεγάλη πολιτική περιπέτεια το 1989, όταν στοχοποιήθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου με την παραπομπή του στο ειδικό δικαστήριο. Μια καθαρά πολιτική δίωξη που δημιούργησε πόλωση και δίχασε τον ελληνικό λαό.βΠολιτική θύελλα που συνεχίστηκε μέχρι την επάνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου στην κυβέρνηση και τη γενναία πολιτική πρωτοβουλία του για το οριστικό τέλος της σκανδαλολογίας. Η λογική της Εθνικής Συμφιλίωσης και Συνεννόησης, οδήγησε στην επίτευξη του μεγάλου στόχου της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΟΝΕ, επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη. Το αίτημα της εθνικής συνεννόησης παραμένει ως σήμερα εξαιρετικά επίκαιρο και ζωντανό, ένα αίτημα που η Δημοκρατική Συμπαράταξη επιμένει να υπηρετεί και να διεκδικεί και στις μέρες μας. Υπάρχουν μεγάλα και κρίσιμα κομμάτια της ιστορίας μας που δεν μπορούν να ξαναγραφτούν».

Επίσης η πρόεδρος της Δημοκρατικής Συμπαράταξης προσέθεσε ότι η ιστορία δεν γράφεται ούτε με τη μεταθανάτια ωραιοποίηση ούτε με ανεδαφικά αναθέματα και σημείωσε ότι η αποτίμηση του πολιτικού βίου του αποθανόντος πρώην πρωθυπουργού είναι θετική, μολονότι είναι δύσκολη η γνώση και η σωστή αξιολόγηση του παρελθόντος, χωρίς παρωπίδες και αγκυλώσεις, δίχως αγίους και δαίμονες.

«Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης μπορεί να αναγνωριστεί ως ένας από τους κορυφαίους κοινοβουλευτικούς», ανέφερε η κ. Γεννηματά και συμπλήρωσε: «τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα, που, σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη συνεχή και αδιάλειπτη παρουσία του στον δημόσιο πολιτικό βίο της χώρας, τοποθετούν τον Κων. Μητσοτάκη στη χωρία των σημαντικών πολιτικών προσωπικοτήτων της Ελλάδας.

Ο ιστορικός του μέλλοντος -είμαι βέβαιη- θα αφιερώσει μεγάλο μέρος της μελέτης και του έργου του στην ανάλυση και αποτίμηση της πολυετούς σταδιοδρομίας και προσφοράς του Κων. Μητσοτάκη στον πολιτικό μας βίο. Θα φανεί γενναιόδωρος για τα θετικά και αυστηρός απέναντι σε σφάλματα και παραλείψεις».

Δημήτρης Κουτσούμπας: «Το ΚΚΕ αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Κων. Μητσοτάκη ένα μεγάλο και ικανό αντίπαλο»

 «Αναμφίβολα, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στην αιωνόβια ζωή του αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού αστικού πολιτικού κόσμου» ανέφερε ο γγ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δ. Κουτσούμπας, στην ομιλία του στην Βουλή στο πολιτικό μνημόσυνο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

«Στα χρόνια της Κατοχής υπήρξε στέλεχος της Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης η οποία βρισκόταν σε στενή συνεργασία με το Βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Με τη δράση του, πρωτοβουλίες του και πρακτικές ενέργειές του, συνέβαλε ώστε να αποκατασταθεί η κλονισμένη αστική εξουσία εξαιτίας και της στάσης της τότε ηγεσίας της κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αμέσως μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, αλλά και εξαιτίας της δράσης και της μεγάλης επιρροής μέσα στον λαό της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης», προσέθεσε.

Ο κ. Κουτσούμπας είπε ότι η υπεράσπιση της αστικής εξουσίας αποτέλεσε σταθερό προσανατολισμό του Κ. Μητσοτάκη και όλη την περίοδο της ενεργού, στη συνέχεια, ανάμιξής του στη πολιτική ζωή του τόπου από το 1946 οπότε εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής μέχρι την ανάληψη άλλων αξιωμάτων στον πολιτικό βίο, όπως υπουργικές θέσεις, αρχηγία κόμματος μέχρι και την ανάδειξή του στην θέση του εκλεγμένου πρωθυπουργού της χώρας.

«Σε αυτό το πλαίσιο πρωταγωνίστησε στις προσπάθειες διαφόρων αναγκαίων εκσυγχρονισμών που απαιτούνταν για την αποτελεσματικότερη άσκηση και εδραίωση της αστικής εξουσίας και κυριαρχίας» είπε ο κ. Κουτσούμπας προσθέτοντας ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης «ήταν από τις πολιτικές προσωπικότητες του αστικού κόσμου που κατάλαβαν σχετικά νωρίς ότι για την αντιμετώπιση του εργατικού-λαϊκού, του κομμουνιστικού κινήματος δεν αρκούσε η καταστολή, οι διώξεις, αλλά επιβαλλόταν και η προώθηση πολιτικών μέτρων συμμετοχής και ενσωμάτωσής του, τελικά, στο αστικό πολιτικό σύστημα».

«Από τη σκοπιά αυτή», συνέχισε ο κ. Κουτσούμπας, «από την αρχή (ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης) ήταν ανοιχτός στην προοπτική ελεύθερης πολιτικής δράσης του ΚΚΕ μέχρι και το σημείο βέβαια που και το ίδιο θα περιόριζε τους στόχους και τη δράση του στα όρια και στα πλαίσια της αστικής διαχείρισης».

«Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης περιπλέχτηκε στις αντινομίες και στις αντιφάσεις που πήγαζαν από το τρίγωνο Στρατός-Παλάτι-Κυβέρνηση της μεταπολεμικής αστικής εξουσίας και τις διαφορετικές διεθνείς συμμαχίες που προωθούσαν οι διάφορες αντιμαχόμενες μερίδες της αστικής τάξης, της κυρίαρχης τάξης στη χώρα πριν από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας. Ως αποτέλεσμα έφυγε από την Ένωση Κέντρου και την κυβέρνησή της τον Ιούλιο του 1965, συνεχίζοντας όμως να υπερασπίζεται τα στρατηγικά συμφέροντα του συστήματος, αντιτασσόμενος, όπως και άλλοι αστοί πολιτικοί της περιόδου στο στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967», είπε ο κ. Κουτσούμπας.

Αναφέρθηκε στην συμμετοχή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην πολιτική ζωή της χώρας, μετά την πτώση της δικτατορίας, αρχικά ως ανεξάρτητου και στη συνέχεια ως στελέχους και αρχηγού της ΝΔ.

«Η ανάδειξη της ΝΔ στη κυβέρνηση και του ίδιου στην πρωθυπουργία το 1990 συνδέθηκε και με την ψήφιση αντιλαϊκών μέτρων σε ένα εγχώριο και διεθνές περιβάλλον που σημαδευόταν από την προώθηση αντεπαναστατικών ανατροπών στις σοσιαλιστικές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στην Σοβιετική Ένωση, αλλά και την προετοιμασία συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΕ, την περίοδο, τότε της μετατροπής της από ΕΟΚ σε ΕΕ με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ», πρόσθεσε.

Επισήμανε ότι ακόμα και μετά την πτώση της κυβέρνησής του, το 1993, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συνέχισε να υποστηρίζει με συνέπεια τις στρατηγικές επιλογές της άρχουσας τάξης, τις διεθνείς συμμαχίες της, το ΝΑΤΟ, την ΕΕ ενώ «έδωσε ανεπιφύλακτα την στήριξή του σε όλες τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και μεταρρυθμίσεις, σε όλα, τελικά, τα μετέπειτα μνημόνια».

«Το ΚΚΕ αντιμετώπισε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη με βάση αντικειμενικά δεδομένα, όπως άλλωστε κάνει για κάθε πολιτικό αντίπαλό του, σε συνδυασμό με τα συνολικά κριτήρια που διατηρεί ως σήμερα προκειμένου να κρίνει το ρόλο μιας κυβέρνησης, ενός ηγέτη απέναντι στο λαϊκό κίνημα. Κάποιοι, μερικές φορές, μας κατηγορούν ότι είμαστε σκληροί και ισοπεδωτικοί απέναντι σε αντιπάλους μας. Άλλοι πάλι για τους δικούς τους λόγους ισχυρίστηκαν ότι είμαστε επιεικείς, ότι πάντα ίσως και να υπήρχαν διάφορα κρυφά μορατόριουμ μαζί τους. Τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει. Αν και σκληρός ιδεολογικά και πολιτικά αντίπαλος, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πάντα έλεγε αυτά που πίστευε, με ευθύτητα αντιμετώπιζε τους πολιτικούς του αντιπάλους. Με ευθύτητα και πολιτικά επιχειρήματα τον αντιμετωπίσαμε πάντοτε και εμείς. Το ΚΚΕ αναγνωρίζει στο πρόσωπό του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ένα μεγάλο και ικανό αντίπαλο με καθαρό πολιτικό λόγο. Καθαρά και με ευθύτητα το Κόμμα μας, αντιπαρατέθηκε στις πολιτικές θέσεις και απόψεις του, με πολιτικά επιχειρήματα, χωρίς μισόλογα, χωρίς μικροκομματικούς ελιγμούς. Πιστεύουμε ότι αυτό μας το αναγνώρισε και ότι δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση, χάριν σκοπιμότητας, αυτές τις ώρες να κρύβουμε λόγια, ακόμα και τώρα που πλέον δεν είναι στην ζωή», κατέληξε ο γγγ της ΚΕ του ΚΚΕ. 


 

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ