ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προσδοκίες και πραγματικότητα για την ένταξη της χώρας στο QE

ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΛΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Η κυβέρνηση έχει επανειλημμένως δημιουργήσει προσδοκίες ότι η ένταξή μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) θα λάβει χώρα μέσα στο καλοκαίρι. Κατ’ αρχάς, να αναφέρω ότι η ένταξή μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης είναι καλοδεχούμενη, διότι με αυτόν τον τρόπο θα καταρρεύσει το κόστος δανεισμού μας, οπότε και οι επιχειρήσεις (το κόστος δανεισμού των οποίων συνδέεται άμεσα με το κόστος των ελληνικών ομολόγων) λογικά θα αυξήσουν τις επενδύσεις στην οικονομία μας. Ομως, η ένταξή μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης δεν είναι καθόλου δεδομένη. Και τούτο διότι η βιωσιμότητα του χρέους και η ποσοτική χαλάρωση αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να παίζει πρωτεύοντα ρόλο. Εξηγούμαι πάραυτα: Η Κριστίν Λαγκάρντ έχει πολλάκις δηλώσει ότι το ΔΝΤ δεν θα έχει συμμετοχή σε ένα νέο πρόγραμμα για την Ελλάδα εάν δεν εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Μέχρι στιγμής, όμως, οι Γερμανοί δεν συναινούν σε περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.

Επιπλέον, η ένταξή μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης προϋποθέτει την αξιολόγηση, από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, του ελληνικού χρέους ως βιώσιμου. Εδώ υπάρχει σαφέστατα πρόβλημα: Είναι αδιανόητο να βαπτισθεί, από την ΕΚΤ, το χρέος μας ως βιώσιμο όταν αλλεπάλληλες εκθέσεις του ΔΝΤ το θεωρούν εξαιρετικά μη βιώσιμο. Χρειάζονται λοιπόν νέες εκθέσεις, πρώτα από το ΔΝΤ και κατόπιν από την ΕΚΤ, που θα «μετατρέψουν» το χρέος μας σε βιώσιμο.

Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί χωρίς να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Ακόμα όμως και εάν μέτρα ελάφρυνσης ληφθούν, πιστεύω ότι η όποια ένταξή μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα καθυστερήσει λόγω των... οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης. Τι εννοώ εδώ;

Για να ενταχθούμε από την ΕΚΤ στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, θα πρέπει να εξέλθουμε επιτέλους και από τον σημερινό «πιστοληπτικό σκουπιδότοπο». Πράγματι, το ελληνικό χρέος αξιολογείται σήμερα από όλους τους οίκους αξιολόγησης ως «junk». Πρόσφατη επιστημονική εργασία μας εξηγεί ότι οι προϋποθέσεις εξόδου μας από τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «junk» έχουν να κάνουν με τη μεγάλη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας και τη σημαντική επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών. Μάλιστα, η παραπάνω εργασία μας υπογραμμίζει ότι η όποια απομείωση-«κούρεμα» του ελληνικού χρέους θα έχει πολύ μικρότερη θετική επίδραση στην πιστοληπτική μας αξιολόγηση σε σχέση με τις διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες θα επιταχύνουν την πιστοληπτική μας αναβάθμιση.

Καθώς όμως πληθώρα υπουργών αντιμετωπίζουν τις διαρθρωτικές αλλαγές όπως ο «διάβολος το λιβάνι», εκτιμώ πως δύσκολα οι οίκοι αξιολόγησης θα μας αναβαθμίσουν σημαντικά, οπότε και η όποια ένταξή μας στην ποσοτική χαλάρωση, ανεξάρτητα από την ελάφρυνση χρέους, ίσως και να αποδειχθεί φρούδα ελπίδα. Ολα αυτά τα γνωρίζουν οι κυβερνώντες. Κάτι που με κάνει να πιστεύω ότι το οικονομικό μας επιτελείο θα αποπειραθεί «πιλοτική έξοδο» στις διεθνείς αγορές πολύ νωρίτερα από ό,τι πολλοί αναμένουν...

* Ο αρθρογράφος είναι καθηγητής και πρόεδρος του ερευνητικού τομέα στο Τμήμα Οικονομικών, Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ