ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Spirits

Στη ζωή υπάρχουν άνθρωποι άτυχοι και άνθρωποι τυχεροί. Συγκαταλέγω τον εαυτό μου στους τελευταίους, καθώς μεταξύ άλλων ευτύχησα να γνωρίσω και να συναναστραφώ σπουδαίους και ουσιαστικούς ανθρώπους. Η πρώτη γνωριμία μου με τον Αριστείδη Αλαφούζο έγινε στον 8ο όροφο της «Καθημερινής» τον Απρίλιο του 2006, όταν ετοιμάζαμε το έβδομο τεύχος του «Οινοχόου», το οποίο ήταν αφιερωμένο στη Σαντορίνη και στον αμπελώνα της. Ο Αριστείδης Αλαφούζος είχε ενθουσιαστεί! Κινητοποίησε τους πάντες για να έχουμε κάθε δυνατή πρόσβαση σε υλικά και πληροφορίες, να μας διευκολύνει με κάθε τρόπο για το ρεπορτάζ στο νησί. 

Πέρα απ’ όλα αυτά, όμως, ατενίζοντας από τα μεγάλα παράθυρα τον Σαρωνικό, ξεκινήσαμε μαζί ένα ταξίδι αλλιώτικο, σε μια θάλασσα ονειρική, με το ιστιοφόρο των αναμνήσεων. Από εκείνη τη μοναδική συνέντευξη σας παραθέτω σήμερα μερικά σύντομα αποσπάσματα, που είναι ο δικός μου αποχαιρετισμός σ’ έναν άνθρωπο ξεχωριστό, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες των επιχειρήσεων και του Τύπου.

«Όλος ο δρόμος από την Οία στα Φηρά ήταν ένα καλντερίμι. Όταν περπατούσες σ’ αυτό, στο βόρειο μέρος έβλεπες έναν καταπράσινο τάπητα! Ήταν όλο καλλιεργημένο! Κυρίως αμπέλια. Τα αμπέλια ήταν πολύ σημαντικά για τους Σαντορινιούς, ήταν η ζωή τους. Τα καράβια και τα αμπέλια. Εμένα ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος, δεν είχε καράβια. Όμως η οικογένεια είχε αμπέλια στην περιοχή και την παλιά κάναβα στη Φοινικιά, δίπλα στην Αγία Ματρώνα. Ο παππούς μου εκ μητρός έκανε εξαγωγή κρασιού στη Γαλλία. Ο ξάδελφος του πατέρα μου, Μιχαήλ Αλαφούζος, έκανε κρασιά που εξάγονταν στη Ρωσία και μετά την επανάσταση, όταν έκλεισε εκεί η αγορά, στη Γαλλία. Μάλιστα, το κρασί του είχε πάρει χρυσό μετάλλιο στην τελετή εγκαινίων της Διώρυγας του Παναμά. Οι νοικοκυραίοι της Οίας, που ήταν ταυτοχρόνως γαιοκτήμονες και θαλασσινοί, είχαν αμπέλια και έκαναν κρασιά. Μάλιστα, οι εξαγωγές κρασιών κράτησαν έως τη δεκαετία του 1930».

«Ήταν σοβαρή υπόθεση τότε η καλλιέργεια του αμπελιού. Και η βεντέμα, δηλαδή ο τρύγος όπως τον λένε οι Σαντορινιοί, ήταν η μεγαλύτερη γιορτή του νησιού! Είχε συσταθεί μια επιτροπή γαιοκτημόνων που συνεδρίαζε και αποφάσιζε πότε θα γινόταν η βεντέμα σ’ ολόκληρη τη Σαντορίνη. Κατά κανόνα άρχιζαν από τα νότια και συνέχιζαν στον Βορρά. Τρυγούσαν δε όλοι μαζί στην κάθε περιοχή, την ίδια μέρα. Η βεντέμα κρατούσε μία εβδομάδα συνήθως. Στους αμπελώνες των μεγαλοκτηματιών η βεντέμα μπορεί να κρατούσε και δύο εβδομάδες. Το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Θυμάμαι με νοσταλγία τις βόλτες που έκανα παιδάκι στους τρύγους, καθισμένος ανάμεσα στα γεμάτα κοφίνια. Καταπράσινος ο τόπος και εκατοντάδες άνθρωποι να τρυγούν με γέλια και να τραγουδούν με τη χαρακτηριστική τοπική προφορά. Μια ατέλειωτη γιορτή! Ένα πανηγύρι! Το λέω και συγκινούμαι από την ομορφιά της ανάμνησης...» 

«Απ’ όσο θυμάμαι, δύο τύποι κρασιού φτιάχνονταν κυρίως εκείνα τα χρόνια: το Μπρούσκο και το Βισάντο. Τρυγούσαν υπερώριμα τα σταφύλια κι όταν έφταναν στην κάναβα, ο ιδιοκτήτης αποφάσιζε: τόσα στην ταράτσα να λιαστούν για να δώσουν το Βισάντο, τόσα στο πατητήρι για το Μπρούσκο. Ήταν ουσιαστικά τα ίδια σταφύλια, Ασύρτικο κυρίως και λιγότερο Αθήρι και Αηδάνι, καθώς και Μαντηλαριά. Απλώς τα οινοποιούσαν διαφορετικά κι έτσι είχαν ένα γλυκό λιαστό κρασί για εξαγωγές και για την εκκλησία κι ένα Μπρούσκο για καθημερινή χρήση. Από τα τσάμπουρα με απόσταξη έβγαζαν την τσικουδιά».

Ήταν συγκινημένος όσο μιλούσε για τη Σαντορίνη ο Αριστείδης Αλαφούζος: «Μα την αγαπώ! Και θέλω με κάθε ευκαιρία να γυρίζω εκεί και να περπατάω στις ρυμίδες της!». 

Αργότερα, είχα την τύχη να βρεθώ μαζί του και με την αγαπημένη του σύντροφο, τη Λένα, στη γενέτειρα Θήρα, να περπατήσουμε στις ρυμίδες μέχρι την οικογενειακή κάναβα της Φοινικιάς, τους αμπελώνες στους Μπαξέδες και να καταλήξουμε στο μπαλκονάκι της Οίας. Εκεί τους φαντάζομαι πάντα καθισμένους, τον έναν δίπλα στον άλλο, να κοιτάνε γεμάτοι αγάπη την καλντέρα, λαμπεροί μέσα στο ιδιαίτερο φως των θηραϊκών δειλινών. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ